CHTHONIAN BODIES

inukshuks A

ANTIPHONAL

Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy

ΑΝΤΙΦΩΝΟΣ
Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015

CLOE KOUTSOUBELIS–ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Chloe 2

SCISSORS

I cut my childhood with the scissors
two black and white little girls
that vaguely float and
break to pieces falling on the floor.
Have I ever had a twin sister
or was I the one who was never born?
A photograph shivers
shining and silvery in its jar
strange that every time
I remove the scales
the viscera, memories, fins
the head that I put in the oven and
then I carefully cut slices of veins
I remember better.

I cut the soft cauliflower of the brain with the scissors
the one that often fills with sea
my mother would say to me
don’t put your hand under your white dress
the key turns a door lock
a house goes in circles
hold the red shoes in your hands

Mon and dad smile
my brother behind me holds my hand
you betray me again and again
and I leave myself in a room

I cut this poem with the scissors
perhaps it is your body
perhaps it is the stranger’s
who vanish after you sleep with him

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

~ Cloe Koutsoubelis, translated by Manolis Aligizakis