Οδυσσέας Ελύτης//Odysseus Elytis

 

odysseus-alepoudelis-elytis

ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

που θα `θελα να σε υιοθετήσω

να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία

να μάθεις μανταρίνι και άψινθο

μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

στο πυργάκι το καταμεσήμερο

να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις

πώς η μοίρα ξαναγίνεται και πώς

από λόφο σε λόφο συνεννοούνται

ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς

που κρατούν τον άερα σαν αγάλματα

μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη

να μου αντιγράφεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι

και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

για να σε κοιμηθώ παράνομα

και να βρίσκω βαθειά στην αγκαλιά σου

κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών

κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα  του Ηράκλειτου.

 

 

LITTLE GREEN SEA

 

Little green sea thirteen years old

how I would like to adopt you

and send you to school in Ionia

to learn of mandarins and absinthe

Little green sea thirteen years old

in the little tower of the lighthouse at high noon

to turn the sun and hear

how destiny becomes undone and how

from hill to hill our distant

relatives still communicate

holding the air like statues

Little green sea thirteen years old

with the white collar and your ribbon

enter Smyrna through the window

to copy for me reflections on the ceiling

and from the God Have Mercy and the Glory to You

and with a little north wind and little Levanter

wave by wave come back

Little green sea thirteen years old

that I secretly sleep with you

and find deep in your embrace

bits of stones the gods’ words

bits of stones quotations of Heraclitus.

 

 

~Το Φωτόδεντρο και η Δεκάτη Τετάρτη Ομορφιά//μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~The Light Tree and the Fourteenth Beauty//translated by Manolis Aligizakis

www.manolisaligizakis.com

 

 

Advertisements

Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΕΝΟΧΗ

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

 

GUILTY

I’m guilty, I confess.
The last poem I wrote for you.
Mitigating circumstances: the rain
the endless cigarettes, alcohol
perhaps even your body
as memory of what never happened.
In reality I wrote about some other things
for that story in the Garden,
that you never took the courage
you never learned
you never asked.
And last night, I confess
I wrote a verse for you
sorrowful and naked
in this smudgy always half finished
poem of my life.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

AUTUMN LEAVES

12063462_167231683631456_8618851483504133518_n

ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑ

Γράψε μου ένα ποίημα
είπες
που να μιλά γι’ αγάπη

τα χείλη σου θα περιγράφει
είπα
το χρώμα τους θα υπογραμίζει

θα συλλαμβάνει το γελάκι τους
κι έσκυψα με δέος περισσό

σα να `μουν μπρος στο άγαλμα
τ’ ολόγυμνο του Έρωτα

 

autumn leaves cover

LOVE POEM

Write a poem for me
you said
to talk of love

it’ll describe your lips
I said
their smile it will capture

their color it will accentuate
and I bowed in awe

as if before the statue
of naked Eros

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

WISLAWA SZYMBORSKA//ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΥΜΠΟΡΣΚΑ

Szymborska_2011_(1)

ADVERTISEMENT

I am a tranquilizer.
I am effective at home.
I work well at the office
I take exams
I appear in court
I carefully mend broken crockery—
all you need do it take me
dissolve me under the tongue
all you need do is swallow me
just wash me down with water.

I know how to cope with misfortune
how to endure bad news
take the edge of injustice
make up for the absence of God
help pick out your widow’s weeds
What are you waiting for—
have faith in chemistry’s compassion.

You’re still a young man/woman
you really should settle down somehow.
Who said
life must be loved courageously?

Hand your abyss over to me—
I will line it with soft sleep
You’ll be grateful for
the four-footed landing.

Sell me your soul.
There’s no other buyer likely to turn up.

There’s no other devil left.

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ

Είμαι ναρκωτικό.
Επιδρώ καλά όταν με πιείς στο σπίτι.
Επιδρώ θετικά και στο γραφείο
περνάω εξετάσεις
παρουσιάζομαι στο δικαστήριο
ξανακολλώ σπασμένα κατσαρολικά—
μόνο πρέπει να με πιείς
να λυώσω κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μόνο να με καταπιείς
με μια γουλιά νερό

Γνωρίζω να αναιρώ την ατυχία
να υπομένω τα δυσάρεστα νέα
να κάνω πιο ομαλή την αδικία
να εξαλείφω την έλλειψη του Θεού
να ελαφρύνω τον πόνο της χήρας
τί περιμένεις—
έχε εμπιστοσύνη στη συμπόνια της χημείας

Είσαι ακόμα νέα/νέος
καιρός να κατασταλλάξεις κάπου.
Ποιος είπε
ότι πρέπει να ζούμε τη ζούμε με θάρρος;

Έλα δώσε μου την άβυσσό σου
θα την απαλύνω με τον ύπνο
θα μ’ ευγνωμονείς
για την στα τέσσερα προσγείωσή σου

Πούλησέ μου την ψυχή σου.
Δεν υπάρχει άλλος αγοραστής.

THE PROFESSOR WALKS AGAIN

The professor has already died three times.
After the first death he was told to move his head.
After the second death he was told to sit up.
After the third he was even stood on his feet,
propped up by a stout and robust nanny:
let’s go for a nice walk now.

the brain has been badly damaged in an accident
look, it’s just a miracle the problems he’s overcome:
left right, light dark, tree grass, hurts eat.

Two plus two, professor?
Two, says the professor.
This time the answer’s better than before.

Hurts, grass, sit, bench.
And at the end of the path, once again, old as time,
cheerless, pallid,
thrice banished
the nanny they say is the real one.

The professor is just dying to be with her.
Once again he pulls away from us.

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΕΡΠΑΤΕΙ ΞΑΝΑ

Ο καθηγητής έχει πεθάνει τρεις φορές κιόλας.
Μετά τον πρώτο θάνατο του είπαν να κουνήσει το κεφάλι του.
Μετά τη δεύτερο θάνατο του είπαν να ανακάτσει.
Μετά την τρίτη φορά σηκωνόταν όρθιος
με τη βοήθεια της σθεναρής κι εποίμονης νοσοκόμας:
ας πάμε για ένα ωραίο περίπατο τώρα.

Ο εγκέφαλος είχε τραυματιστεί άσχημα απ’ το ατύχημα
κοίταξε, είναι θαύμα που ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες:
αριστερό – δεξί, φως – σκοτάδι, δέντρο – γρασίδι, πονάει – τρώγε.

Δύο και δύο πόσα κάνουν, κύριε καθηγητά;
Δύο, απαντά εκείνος.
Αυτή τη φορά η απάντηση είναι καλύτερη από πριν.

Πονάει, γρασίδι, κάθησε, παγκάκι.
Και στο τέλος του μονοπατιού, ξανά, γέρος σαν τον χρόνο
αγέλαστος, κατάχλωμος
τρεις φορές τιμωρημένος
η νοσοκόμα αυτή είναι, λένε, είναι η καλύτερη.

Ο καθηγητής πεθαίνει να ` ναι μαζί της.
Για μια φορά ακόμα φεύγει μακριά μας.
RETURNS

He came home. Said nothing.
Through it was clear something unpleasant had happened.
Put his head under the blanket.
Drew up his knees.
He’s about forty, but not at this moment.
He exists—but only as in his mother’s belly
seven layers deep, in protective darkness.
Tomorrow he will give a lecture on homeostasis
in megagalactic cosmonautics.
For now he’s curled up, fallen asleep.

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Γύρισε στο σπίτι. Δεν είπε λέξη.
Παρ’ όλο που ήταν φανερό
ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί.
Έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’ την κουβέρτα.
Δίπλωσε τα πόδια του.
Είναι γύρω στα σαράντα αλλά όχι αυτή τη στιγμή.
Υπάρχει μόνο στης μάνας του την κοιλιά
μέσα σε επτά στρώματα προστατευτικό σκότος.
Αύριο θα δώσει μία διάλεξη για την ομοιοστατική
σε γιγάντιους γαλαξίες και κοσμοναυτική.
Για την ώρα έχει κουρνιάσει, και κοιμάται.
Maria Wisława Anna Szymborska (2 July 1923 – 1 February 2012) was a Polish poet, essayist, translator and recipient of the 1996 Nobel Prize in Literature. Born in Prowent, which has since become part of Kórnik, she later resided in Kraków until the end of her life. She is described as a “Mozart of Poetry”. In Poland, Szymborska’s books have reached sales rivaling prominent prose authors: although she once remarked in a poem, “Some Like Poetry” (“Niektórzy lubią poezję”), that no more than two out of a thousand people care for the art.
Szymborska was awarded the 1996 Nobel Prize in Literature “for poetry that with ironic precision allows the historical and biological context to come to light in fragments of human reality”. She became better known internationally as a result of this. Her work has been translated into English and many European languages, as well as into Arabic, Hebrew, Japanese and Chinese.
Wisława Szymborska was born on 2 July 1923 in Prowent, Poland (now part of Kórnik, Poland), the daughter of Wincenty and Anna (née Rottermund) Szymborski. Her father was at that time the steward of Count Władysław Zamoyski, a Polish patriot and charitable patron. After the death of Count Zamoyski in 1924, her family moved to Toruń, and in 1931 to Kraków, where she lived and worked until her death in early 2012
When World War II broke out in 1939, she continued her education in underground classes. From 1943, she worked as a railroad employee and managed to avoid being deported to Germany as a forced labourer. It was during this time that her career as an artist began with illustrations for an English-language textbook. She also began writing stories and occasional poems. Beginning in 1945, she began studying Polish literature before switching to sociology at the Jagiellonian University in Kraków. There she soon became involved in the local writing scene, and met and was influenced by Czesław Miłosz. In March 1945, she published her first poem “Szukam słowa” (“Looking for words”) in the daily newspaper, Dziennik Polski. Her poems continued to be published in various newspapers and periodicals for a number of years. In 1948, she quit her studies without a degree, due to her poor financial circumstances; the same year, she married poet Adam Włodek, whom she divorced in 1954 (they remained close until Włodek’s death in 1986). Their union was childless. Around the time of her marriage she was working as a secretary for an educational biweekly magazine as well as an illustrator. Her first book was to be published in 1949, but did not pass censorship as it “did not meet socialist requirements”. Like many other intellectuals in post-war Poland, however, Szymborska adhered to the People’s Republic of Poland’s (PRL) official ideology early in her career, signing an infamous political petition from 8 February 1953, condemning Polish priests accused of treason in a show trial.[9][10][11] Her early work supported socialist themes, as seen in her debut collection Dlatego żyjemy (That is what we are living for), containing the poems “Lenin” and “Młodzieży budującej Nową Hutę” (“For the Youth who are building Nowa Huta”), about the construction of a Stalinist industrial town near Kraków. She became a member of the ruling Polish United Workers’ Party.
Like many communist intellectuals initially close to the official party line, Szymborska gradually grew estranged from socialist ideology and renounced her earlier political work. Although she did not officially leave the party until 1966, she began to establish contacts with dissidents. As early as 1957, she befriended Jerzy Giedroyc, the editor of the influential Paris-based emigré journal Kultura, to which she also contributed. In 1964, she opposed a Communist-backed protest to The Times against independent intellectuals, demanding freedom of speech instead.[12]
In 1953, Szymborska joined the staff of the literary review magazine Życie Literackie (Literary Life), where she continued to work until 1981 and from 1968 ran her own book review column, called Lektury Nadobowiązkowe. Many of her essays from this period were later published in book form. From 1981–83, she was an editor of the Kraków-based monthly periodical, NaGlos (OutLoud). In the 1980s, she intensified her oppositional activities, contributing to the samizdat periodical Arka under the pseudonym “Stańczykówna”, as well as to the Paris-based Kultura. The final collection published while Szymborska was still alive, Dwukropek, was chosen as the best book of 2006 by readers of Poland’s Gazeta Wyborcza.[4] She also translated French literature into Polish, in particular Baroque poetry and the works of Agrippa d’Aubigné. In Germany, Szymborska was associated with her translator Karl Dedecius, who did much to popularize her works there.
~WIKIPEDIA

Βισλάβα Συμπόρσκα–Βιογραφία

Η Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) γεννήθηκε το 1923 στο Κούρνικ της Πολωνίας (περιοχή της επαρχίας Πόζναν) κι από εκεί μετακινήθηκε στα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία, τόπο μόνιμης διαμονής της έκτοτε, ως το θάνατό της, την 1η Φεβρουαρίου του 2012, σε ηλικία 88 ετών. Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο της πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ποίηση το 1945. Μέχρι το 1996, που της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, είχε εκδώσει μόλις εννέα ποιητικές συλλογές και τέσσερα βιβλία με δοκίμια, ενώ μετέφρασε έμμετρη γαλλική ποίηση και για ένα διάστημα (1967-1972) σχολίαζε τακτικά άσημους μάλλον ξένους και Πολωνούς λογοτέχνες. Τιμήθηκε με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας (1995), το Πολωνικό Κρατικό Βραβείο για την Τέχνη (1963), το Βραβείο Γκαίτε (1991) και το Βραβείο Χέρντερ (1995) και υπήρξε διδάκτορας της Τέχνης, τιμής ένεκεν, στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν. Ανήκει μαζί με τους Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και Ταντέους Ρουζέβιτς στην κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών εκπροσώπων της λεγόμενης “Πολωνικής σχολής της ποίησης”, παρότι η αναγνώρισή της στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό χώρο έγινε πολύ αργότερα απ’ αυτούς.

Η Σιμπόρσκα από νωρίς διαγράφει το ποιητικό της κλίμα, γράφοντας ότι “δανείζεται λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθεί να τις κάνει να δείχνουν ελαφρές”. Η κλασικότροπη κομψότητα στον χειρισμό και την ανάπτυξη του ποιητικού της υλικού συνδυάζεται με μιαν ανάλαφρη προσέγγιση των πραγμάτων και έναν απατηλά εύθυμο σκεπτικισμό, όπου υφέρπει η επώδυνη συνείδηση της ανθρώπινης συνθήκης και περιπέτειας στον κόσμο, αλλά και η ζωντανή, εις πείσμα της θνητής μας μοίρας και της ιστορίας (όπου επαναλαμβάνεται συνήθως η τραγωδία), ελπίδα. Γιατί, για τη Σιμπόρσκα, ο κόσμος, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και το μίσος που εκτρέφει και καλλιεργεί η ανθρώπινη φύση μας, δεν παύει να προκαλεί και να εκπλήσσει, κι η φύση μαζί με την τέχνη παραμένουν πάντοτε οι καλύτεροι μεσίτες γι’ αυτό το όραμα (όπως κατέληξε στην εκδήλωση για την απονομή του Νόμπελ: “Οι ποιητές, φαίνεται, θα έχουν πάντοτε πολλή δουλειά”).

Κάποια από τα ποιήματα της Σιμπόρσκα, γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, αποκτούν μια δραματική επικαιρότητα σήμερα που ολόκληρη η ανθρωπότητα βιώνει το άγχος της τρομοκρατίας με μοναδική ένταση, και είναι δείγματα της βαθιάς ηθικής συνείδησης και εγρήγορσης που διατρέχει τελικά όλο το ποιητικό της έργο.

~Translation from the English into Greek by Manolis Aligizakis

Manolis Anagnostakis-Μανώλης Αναγνωστάκης

93119261_134154321279
Funereal

You passed too — and you too became: a good
fine man, a family man, a patriot
thirty six wreaths accompanied you, three speeches by vice-presidents
seven votes of approval for the superb service you offered

ah, Lavrentis, I only who knew what a scum you were
what a cheap bum who lived all your life in a lie
rest in peace, I won’t come to disturb your equanimity

(I shall try to exchange all my life with silence
with a heavy price and not only with my flesh as payment)

rest in peace as you have been all life-long: a good
fine man, a family man, a patriot.

You won’t be the first, not even the last.

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα για τις ὑπέροχες ὑπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, ἐγὼ που μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μια ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στο ψέμα
Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ, δεν θα ῾ρθῶ την ἡσυχία σου να ταράξω.

(Ἐγώ, μια ὁλόκληρη ζωὴ μες στη σιωπὴ θα την ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)

Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ. Ως ἤσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ῾σαι ο πρῶτος οὔτε δα κι ο τελευταῖος.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Translated by Manolis Aligizakis

KATERINA GOGOU–LAST POEMS//ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

gvgou

SEASONS WILL COVER ME

Love has a diaphanous white color and
its body the shape of benediction and
this horse
searches amid the smoke
for its dead rider
to take him away.

I think that whether ancient or modern
the seasons will cover me.
That way I won’t feel hungry
nor thirsty and
I won’t write poems anymore.

Only, Lord, homeland of the stars, I beg you
dress me in the white diaphanous color and
grace me with the body of Your benediction.

Do I ask for too much?

ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΘΑ ΜΕ ΚΑΛΥΨΟΥΝ

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα ευλογίας.
Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα στους καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.
Έτσι δεν θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ, Θεέ, των αστεριών πατρίδα
χρώμα άσπρο διάφανο ντύσε με
και το σχήμα μου το σώμα της ευλογίας Σου δώσε.
~Κατερίνας Γώγου/Katerina Gogou, Τα τελευταία Ποιήματα
~Μετάφαρση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

CHTHONIAN BODIES–PAINTINGS BY KEN KIRKBY, POEMS BY MANOLIS ALIGIZAKIS

spruce

ONTOGENESIS

Immortal darkness
of the underworld, oh, Kore

a supplicant I become

the sky to adorn
the cloud with my fear to define

momentous freedom of thought

I am the Great Spirit’s song
eternal warmth of life

I possess before I come down
to find refuge in your abode

after my days reach their end
accept me in your Sanctum Sanctorum
oh Kore, a simple minded fir I’ve been
for all the days and nights of my life

ΟΝΤΟΓΕΝΗΣΗ

Αθάνατο σκοτάδι του
κάτω κόσμου, ω Κόρη

ικέτης γίνομαι

τον ουρανό ν’ αποθεώνω
το σύννεφο του φόβου μου να καθορίσω

στιγμιαία σκέψης ελευθερία

του Μεγάλου Πνεύματος είμαι τραγούδι
αιώνειας ζωής φωτιά

υποδαυλίζω προτού κατέλθω
και καταφύγιο βρω στο κόσμο σου

όταν οι μέρες μου στερέψουν
στο Άγιο των Αγίων σου δέξου με

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.

~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.
~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

REMORSES and EPIPHANIES

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

JULY

July the twenty second, eight thirty-five in the morning, the nightingale hides in the branches when Hades decides to push His arm deep in the jar of ostracons and bring up the one with my name written in capital letters…MANOLIS…with patience He sharpens His sickle on the stone as the jasmine reminds Him of a special fragrance and the chickadee sings our national anthem.

—I want to go on a holiday trip, faraway to some secluded romantic place.

He comes to my humble hovel when suddenly Atropos, Clotho and Lachesis toss His mind between a rock and a hard place, from north to south, it dons on him: enough men taken the last few hours.

—Don’t be concerned with your blood pressure: add a little salt it gives taste to the food.

He changes His mind. He flies to Bosnia where men line for the taking. He leaves and leaves me free in peace.

—Let’s go to Mexico where lovers go, like the two of us, eh baby?

Ostracon with my name written in capital letters is put back in the immense jar of ostracons, like a cell of heart tissue to its muscle.

—If we put enough money away we can go onto a Caribbean cruise this September.
ΙΟΥΛΙΟΣ

Εικοσιδύο Ιουλίου, οχτώ και τριανταπέντε το πρωί, τ’ αηδόνι κρύβεται στα κλαδιά καθώς ο Χάρος αποφασίζει να βάλει το χέρι στη μεγάλη σακκούλα με τα όστρακα και διαλέξει εκείνο με τ’ όνομά μου με κεφαλαία γράμματα γραμμένο…ΜΑΝΩΛΗΣ…υπομονετικά το δρεπάνι του στην πέτρα ακονίζει καθώς το γιασεμί του υπενθυμίζει μια συγκεκριμένη ευωδία και το μαυροπούλι τραγουδάει τον εθνικό μας ύμνο.

—Θέλω να πάμε διακοπές σε κάποιο μέρος μακρινό και ρομαντικό.

Κι ο Χάρος το φτωχικό μου σπίτι επισκέπτεται όταν ξαφνικά η Κλωθώ, η Άτροπος κι η Λάχεσις του ταλανίζουν το μυαλό μεταξύ πέτρας και γρανίτη, απ’ τ’ανατολικά στα δυτικά, κι αποφαίνεται: αρκετούς τις τελευταίες ώρες πήρε.

—Μη σε στενοχωρεί η πίεσή σου, βάλε λίγο αλάτι ακόμα στο φαί, το νοστιμίζει.

Κι ο Χάρος τη γνώμη του αλλάζει και πετά μακριά στη Μπόσνια που στέκουν όλοι στη γραμμή να σκοτωθούν. Φεύγει και μ’ αφήνει λεύτερο στην ησυχία μου.

—Πάμε στο Μεξικό που πάνε οι εραστές σαν εμάς τους δυο μωρό μου, εντάξει;

Τ’ όστρακο με τ’ όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα ρίχνεται ξανά στη σακκούλα σαν κύτταρο μυώνα πίσω στην καρδιά.

—Αν αποταμιεύσουμε μερικά χρήματα θα πάμε το Σεπτέμβριο κρουαζιέρα στην Καραβαϊκή.

~REMORSES and EPIPHANIES, collection in Progress.

NOSTOS and ALGOS (NOSTALGIA)

nostos and algos cover

ΕΠΙΜΟΝΗ

Μια μάνα μοιρολογά για το τέλος
που ακάθεκτο επιτίθεται
και συ γράφεις ποιηματάκια
για τα πουλιά και τα δεντρά
έστω κι αν δεν πρόκειται κανείς
ποτέ τα διαβάσει εχτός
κι αν ο αγέρας σταματήσει να φυσά
με περιέργεια και πλησιάσει να τα δει
και σαν τον κλέφτη
να τα πάρει στην αντιπέρα όχθη,Gree
εκεί που μέχρι κι οι νεκροί
ποιήματα διαβάζουν φωναχτά

κι είπες—

ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα

INSISTENCE

A mother laments for the end
that attacks impetuously
and you write your little poems
about the little trees and the chickadees
even if no one ever reads them
unless the wind stops blowing
and curiously comes near them
to take them to the opposite side
where even the dead orate poems

and you said—

again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver
~ΝΟΣΤΟΣ και ΑΛΓΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

THE MASTER OF KARYTAINA–CHRONICLE OF THE MOREAS

images

Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ
Ο Αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος εκείνος…
~Χρονικόν του Μορέως

Ποιος είν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι
κ’ όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει
το μέτωπό του κόσμησε με σέλινα και σμύρτα
και σκέπασε τη γύμνια του με λυρικά παλτά;

Ποιος είν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια
μ’ όλο τον κόσμο τάβαλε και βγήκε νικητής
που μες’ στους κάμπους έσυρε ολόξανθες πλεξούδες
γέμισε τάφρους κι’ εγκρεμούς με μάτια λαμπερά;

Αυτός που μες στα στήθια του ξανάζησε το μύθο
του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού
που είταν καράβι κι’ έφυγε να μην ξαναγυρίσει
που είταν σαν άγαλμα στητό σ’ ερήμους αιγιαλούς;

Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια
εφάνταζε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό
που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι
της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;

Αν είν’ αυτός π’ αγάπησαν οι δεκατρείς νεράϊδες
προτού πλησιάσει ας πάη να πιη τ’ αθάνατο νερό
κι αν είν’ αυτός ο λυτρωτής ο εικονισματάρης
προτού μιλήσει ο ίσκιος του ας σβύση κι ας χαθή.

Χρόνια τον επροσμένανε στα ερειπωμένα σπίτια
και σε καθρέφτες σκοτεινούς, στα τζάμια τα κλειστά
καρδιές που ώργωσε βαθειά ο πόνος της αγάπης
μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.

Κι ως έρθει το πελέκι του, ψηλά θαν το σηκώσει
θα θρέψη μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά
τα σπλάχνα που ξερρίζωσε στους άνεμους θα σπείρη
και θα σταθή εκδικητής στο Κάστρο της Σιωπής.
THE MASTER OF KARYTAINA

The master of Karytaina, that famous one
~Chronicle of Moreas

Who is he who raised the staff of war
who walked all night and strode over bog waters
he who adorned his forehead with celery and myrtle
and covered his nakedness with lyrical coats?

Who is he who during the foggy noon of sorrow
battled against all others and turned victorious
who dragged golden braids on green plains
who filled trenches and crevasses with bright eyes?

He who in his heart relived the myth
of life and dream, of the mind and body
he who was a ship that left never to return
who was like a statue standing on desolate shores?

He who when the sun went down behind the mountain ridge
shone resplendent like a spotted eagle
who was the day’s boasting and shield of dawn
worthy lover of the night in secret temples?

If it’s he who was loved by the thirteen fairies
let him drink the water of immortality before he comes near
and let him be the saviour depicted in the icons
before he speaks let his shadow dissolve and vanish.

They’ve longed for him in the devastated houses
and in the dark mirrors behind the shut windows
hearts deeply ploughed by the ache of love
eyes terribly angered by the grief of lust.

And when he comes he will raise his axe up high
he will make the rivers contend of blood, heroic fire,
the viscera he uprooted he will scatter to the winds
and he will stand at the Tower of Silence: avenger

~Nikos Engonopoulos, translated by Manolis Aligizakis