Ajmer Rode//Manolis Aligizakis

ΠΡΟΩΡΟ ΣΧΗΜΑ ΛΟΓΟΥ

Έχω πετάξει με πουλιά
που κάνουν φωλιές
κοντά στην καλή σοδειά.

Περιπλανήθηκα με γιόγκι
που βαθιοκοιμούνται
σ’ ένα κόσμο δίχως βάθος.

Πολέμησα δίπλα σε θεριά
που ζήτησαν
ένα ποτήρι σερμπέτι
στη μανία της μάχης.

Έζησα μ’ εκκεντρικούς
που υπερβαίνουν σύνορα
φυλών και χρωμάτων δέρματος
που άσκοπα ταξιδεύουν
σε χώρες πέρα απ’ τον ωκεανό.

Τώρα επιπλέω σ’ ένα
πρόωρο σχήμα λόγου
μερικές φορές μεσσίας στο διάστημα
κι άλλες το σκύλο του γείτονα
να πλύνω.
Premature Metaphor

I have winged with the flock
that nest
where the crop is good.

Wandered with the yogis
who sleep deep
in a world with thin flesh

Fought along the warriors
who ask
for a glass of sherbet
at the height of the battle

Moved with the eccentrics
who transcend
boundaries of races and colors
roam free on other lands
across the oceans.

On a premature metaphor
I float
sometimes a space age messiah
sometimes a washer man’s dog
I become.

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Τα παιδιά θα διαβάζουν
και θ’ αναρωτιούνται
ποιά χρόνια ήταν τότε
που οι άνθρωποι έστελναν
την αγάπη τους σε κάποιο
άλλο πρόσωπο μ’ ένα γράμμα
τότε που στις αυλές τους φύτρωναν
κίτρινες και κόκκινες πασχαλιές

που κάθε καλοκαίρι γιόρταζαν
κι ένα νέο χρώμα

που ανθρώπου πρόσωπο
μ’ άλλο χρώμα
δεν μπορούσαν ν’ανεχτούν

Those Times

Children will read
and wonder
what times on Earth
were those
when people sent
their love and
best wishes in
white and black
their yards grew
yellow red lilac

Every summer they
celebrated a new color

human face of a
different color
they barely tolerated

~Poetry by Ajmer Rode, translated into Hellenic by Manolis Aligizakis

UBERMENSCH — ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013