Υπεράνθρωπος/Übermensch

Υπερανθρωποςubermensch_cover

Περιπλάνηση

Σαν τους τυφλούς πηγαίναμε μέρες και νύχτες. Στη γη

εψάξαμε να βρούμε σηματωρό και λύπηση. Μια νέα Έξοδο

γράψαμε κάτω απ’την ερημιά του πάνλαμπρου ουρανού

απόντα τα πανάρχαια φώτα που χρόνια αόμματους

ακολουθήσαμε κι άλλους που μισοστραβούς τους λέγαν

εκείνους που θαρρούσαν πως όλα τα `ξεραν.

Τα άκρα βασανίστηκαν, τα χείλια σκάσανε απ’ τη κάψα

του συναισθήματος, το άγγιγμα κούρασε τ’ αρχηγού

τη ράβδο που κυρτώθηκε από καημό κι άνοιξε νέα

σελίδα για τη μάχη ανθρώπου ενάντια του κτήνους, γυναίκες

ενάντια σε θεές. Σαν παρθενιά που θυσιάστηκε τη πρώτη

νύχτα του έρωτα μικρές σελίδες ιστορίας γράψαμε,

και στίγματα που μ’ έμφαση γίναν θαυμαστικά μπροστά

στο πέταγμα πουλιού, τελεία και παύλα σε κάθε μικρή όαση

εκεί που τα κορμιά ξοδεύαν το αλάτι τους και χείλη αποκτούσαν

ξανά την ελαστικότητά τους.

Και μόλις είμαστε στο έβδομο εγκυμοσύνης μήνα κι ήταν

αυτή η λιτανεία το δεύτερό μας θαύμα.

Roaming

 

Like blind for endless days and long nights we roamed

the land. We seek a sign for our meaningful penitence.

The new Exodus we commenced under the loneliness

of the lit sky, absent the ancient lights, for years

we followed blind men and the half blind, those others

who thought they knew it all.

Limbs ravaged, blistering heat cracked our lips

fatigued emotional touch. The leader’s staff bent in

its sadness. We opened a new page, battle of man against

animal-man women against goddesses. Like virginity sacrificed

the first night of lust, short pages of history we wrote and

meaningful stigmata, exclamation points at the sight of the bird’s

flight, full stop at the watering hole where our bodies shed

their salt and our cracked lips regained their elasticity.

And this was our seventh month of pregnancy and this litany

was our second miracle.

http://www.ekstasiseditions.com

ΞΕΝΟΣ/STRANGER

manolis' pic

Μπήκε στο ημίφως του μπάρ

εύθραυστος κόσμος

γιομάτος πάθος

ελπίδες κι όνειρα

η ζωή του

μιά έκλειψη

καμπύλη του όλου

τέλεια ροή αθωότητας

η καρδιά του

μουσικό όργανο γαλήνης

τραγούδι και ρυθμός απ’ τα πανάρχαια χρόνια

και μόνο δροσιά στις παλάμες του

στις ίριδες των ματιών

η ακόμα παρθένα οικουμένη

αντανακλούσε σαν υπόσχεση

οι θαμώνες του μπαρ τον διέκριναν

σαν ηγέτη παλιάς εποχής

συγγραφέα αρχαίων κειμένων

συλλέκτη αυθεντικών τεμαχιδίων τέχνης

που κανένας δεν αναγνώριζε πια

έναν ηγέτη λαών, ένα χρισμένο

ευλαβή

με τα σημάδια στους καρπούς

και τ’ άλλα εκείνα ανθρώπινα στίγματα

σκαλισμένα στο δέρμα του

μερικοί

γύρισαν τα βλέμματά τους στο πλάϊ

μερικοί θαμώνες

τα `κλεισαν από αμφιβολία

ευχήθηκαν θάταν καλύτερα

να μην είχαν έρθει σήμερα στο μπαρ

και μερικοί άλλοι

μαζεύτηκαν γύρω του

σε κοντινή απόσταση

σε κάποιον που δεν καταλάβαιναν

αλλά από θαυμασμό στο παρουσιαστικό του.

Και τους μίλησε.

Οι λέξεις του απορροφούσε τον πόνο τους

οι ματιά του ελευθέρωνε το πεύμα τους

αλλά κανένας δεν άκουσε

μήτε είδε

όταν ήρθε η ώρα

που ο προδότης σκόπευσε την καρδιά του

με το αλάθητο πιστόλι

ο ξένος ίστατω περήφανα

καθώς η σφαίρα έκαψε τη σάρκα του

κι έπεσε αργά

ώσπου ακίνητος έμεινε στο πάτωμα,

πιασμένος στα νύχια συγκυρίας

και την παγωμένη αναπνοή θανάτου

σε κούνια νανουρισμένη για λίγο

παντοτινά

για πάντα

κι όμως ποτέ

κι ο κύκλος συμπληρώνεται

κι πανάρχαιος μύθος

πάντα ξαναρχινά

οταν κάποιος ξένος

μπαίνει μέσα στον εύθραυστο κόσμο.

 

He entered the shadowy bar
a fragile cosmos
filled with passion
hopes and dreams

his life
an ellipse
a contour of totality
a flawless flow of innocence
his heart
an instrument of serenity
a song and rhythm from medieval times
but only freshness in his palms
in his irises
the universe still virginal
reflecting the promise in his eyes

the patrons of the bar recognized
a leader of bygone eras
a writer of ancient books
a collector of genuine relics
none believed in anymore,
an avatar, anointed one
to be revered
the one with the stigmata
and other human scars
engraved in his skin

a few men
turned their envious eyes aside
some of the patrons
closed them in disbelief
they wished he’d never entered their bar
and others
gathered around him
in close proximity
to someone they didn’t understand
in awe of his mere presence

And he talked to them
his words absorbing their pain
his glances uplifting their spirits
but one did not hear or see

when the time came
for the traitor to aim at his heart
with an unerring pistol
the stranger stood tall
as the bullet burned through his flesh
falling slowly
until he lay motionless,
caught in the clutch of circumstance
and the ice cold breath of death
cradled in captivity for awhile
for eternity
for ever
yet never
the circle comes full
and the ancient myth
always recommences
when a certain stranger
enters a fragile cosmos.

http://www.odyssey.pm/?p=2559