AUTUMN LEAVES

autumn leaves cover

ΧΗΡΕΣ

Βρήκα μια παλιάν εφημερίδα
γιομάτη ήρωες και χήρες
και τις χιλιάδες ορφανά
από ημέρες περασμένες
του χθεσινού πολέμου ή του ξεχασμένου

εφημερίδες που
περήφανα τα γράφουν πάντα
τα κατορθώματα των στρατηγών.

Στη δεύτερη σελίδα πρόσεξα
φωτογραφία ωραιότατης ηθοποιού
ημίγυμνο το υπέροχο κορμί
τ’ αστραφτερά της δόντια
να χαμογελούν λές
κι ενθαρύνανε τούς στρατιώτες
για χάρη της στο θάνατο να τρέξουν
ή στης πατρίδας το καθήκον

και τ’ αποτέλεσμα: ο ίδιος θάνατος

 

WIDOWS

I found an old newspaper
filled with heroes and widows
thousands of orphans
from bygone days
yesteryear’s war

newspapers that
always talk of brave
generals and their epaulets.
In the second page I noticed
picture of famous actress
beautiful body half naked
shining smile that
encouraged the soldiers
to fight for her safety or
duty to country

result: the same death always

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

Advertisements

MANOLIS ANAGNOSTAKIS-ΜΑΝΩΛΗς ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

93119261_134154321279

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.

But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
~Μανώλη Αναγνωστάκη/Manolis Anagnostakis—μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

cover

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Νύχτωνε γρήγορα. Ο αγέρας ερχόταν από μακριά

μυρίζοντας βροχή καί πόλεμο. Τά τραίνα γεμάτα φαντάρους

περνούσαν βιαστικά μόλις προφταίναμε πίσω απ’ τά τζάμια

νά τούς δούμε. Μεγάλα σιδερένια κράνη κλείναν τόν ορίζοντα.

Γυάλιζε η άσφαλτος βρεγμένη. Πίσω απ’ τά παράθυρα

καθαρίζοντας λίγα ξερά κουκιά σωπαίναν οι γυναίκες. Καί τό βήμα

τής περίπολος Έπαιρνε τή σιωπή απ’ τό δρόμο κι απ’ τόν κόσμο

τή ζεστασιά. Γύρισε λοιπόν τά μάτια σου νά κοιτάξω τόν ουρανό

δός μου τά χέρια σου νά κρατήσω τή ζωή μου.

Πόσο χλωμή είσαι, αγαπημένη μου!

THIS STAR IS FOR ALL OF US

Night would fall early. The wind would come from afar and

smelled of rain and war. The trains would pass by hurriedly

filled with soldiers who we managed to discern through

the windows. Huge metal helmets choked the horizon. The asphalt

gleamed after the rain. Behind the windows women silently

dressed dry lima beans. And the footsteps of the patrol took away

the silence of the street and the warmth of the world. Come now,

turn my way that I gaze the sky in your eyes give me your hands

to get hold of my life. How pale you are, my beloved!

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

ritsos front cover

Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.

Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.

Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.

Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.

Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.

Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;

Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.

Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.

Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.

 

In the Barracks

The moon entered the barracks.

It rummaged in the soldiers’ blankets.

Touched an undressed arm. Go to sleep.

Someone talks in his sleep. Someone snores.

A shadow gestures on the long wall.

The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?

Can they be dead from right now?

A soldier woke up.

He looks around with glassy eyes.

A thread of blood hangs from the moon’s lips.

Τό νόημα τής απλότητας

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, γιά νά μέ βρείτε,

άν δέ μέ βρείτε, θά βρείτε τά πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα πού άγγιξε τό χέρι μου,

θά σμίξουν τά χνάρια τών χεριών μας.

Τό αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στήν κουζίνα

σά γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό πού σάς λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι καί τή γονατισμένη σιωπή τού σπιτιού—

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μιά έξοδος

γιά μιά συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

καί τότε είναι μιά λέξη αληθινή, σάν επιμένει στή συνάντηση.

The meaning of simplicity

I hide behind simple things, so you may find me;

if you don’t find me, you will find these things,

you will touch what my hand touched,

the traces of our hands will join.

The August moon shines in the kitchen

like a tin-plated saucepan (it turns like that because I tell you this)

it lights the empty house and the kneeling silence of the house –

silence stays always kneeling.

Every word is an exit

for an encounter, often postponed,

and then the word is true, since it insists on the encounter.

Γάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translation Manolis Aligizakis

http://www.ekstasiseditions.com