ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ/INTROVERSION

1c65990f829f14ee9a9ce8f0e96a1b9f

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

Φαινόταν καλαίσθητος
επιτήδειος, ποιητική συμπεριφορά

ευφραδείς συλλογισμοί
που άφησαν τους τριγύρω
άναυδους

πριν απομακρυνθούν

σε κανένα δεν άρεσε
να μοιάζει μ’ ανεκπαίδευτο
αγροίκο μπρος στο δημαγωγό
που έπειθε ακόμα
και το διάβολο να βάλει φόρεμα

κι ο καλλιτέχνης συνέχισε την ομιλία
για το συγκεκριμένο πίνακα
αόρατο στα μάτια των τριγύρω
που ύψωσαν τα φρύδια τους

και ξάφνου ένιωσαν παντογνώστες
αρμοστοί να `ναι σιμά στον καλλιτέχνη

ARTIST

He looked elegant
artiste, poetic body language

eloquent syllogisms
left people around
with gaping mouths

before they left him
no one liked to look

uneducated before this
demagogue talker
who could convince
the devil to wear dress

artistic man kept talking
about a painting
invisible to the men around
who raised their eyebrows

suddenly feeling knowledgeable
suitable to be in his proximity

 

CLOE and ALEXANDRA/ΧΛΟΗ και ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Image

 

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

 

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.

Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

THE PENCIL

The strange way you hold
the pencil excites me.
I feel its pressure on the paper
your touch on the point.
Your fingers have substance
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Your ardor flows even when you write.

~Alexandra Bakonika

TEΛΕΙΑ ΜΕΡΑ 

                                    .

Δεν ήταν η παραλία

Θεσσαλονίκη ξημερώματα

τόσο τέλεια ξεπλυμένη

στις αποχρώσεις της βροχής,

ούτε η θάλασσα

βραχνή, ορμητική

άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,

δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια

με την παχύρρευστη μοναξιά

του άδειου τους κενού,

ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα

ότι έστω για μια φορά

φορά πρώτη, φορά θάνατος

ήρθες μέσα μου

πίσω από την ψυχή,

κάτω από τα στόματα του κορμιού,

ήρθες κι έμεινες.

PERFECT DAY

It wasn’t the seashore

of Salonica during the daybreak

so cleanly washed by

the hues of the rain

nor the sea

hoarse, violent,

wild lion with blue flames,

it wasn’t the benches in rows

with the fatty loneliness

of their emptiness,

it was that last night I dreamed

perhaps for once

for the first time, first time death

you entered my body

behind my soul

under the mouths of the body,

you entered me and stayed.

~Cloe Koutsoubelis