Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνο τ’ ασημένιο κηροπήγιο, τοποθετημένο
ανάμεσα σε δυο κενά. Δοκίμασε
να σβύσει το κερί και να πλαγιάσει. Τότε
διέκρινε την ένταση της αναπνοής του
επάνω στην αντίσταση της φλόγας, διέκρινε
την καμπύλη της φλόγας—μια ελάχιστη
υπόκλιση (σ’ αυτόν;), μια συγκατάνευση,
κ’ ύστερα η τρέμουσα ευθυστασία.
Δεν πλάγιασε.
Έμεινε να παρατηρεί μες απ’ αυτή τη φλόγα,
σ’ ένα απροσμέτρητο, λησμονημένο βάθος,
εκείνο το ίδιο σώμα, ολόγυμνο, άτρωτο,
σε νέα ανάληψη, καθόλου φωταγωγημένη,
ενώ στο δεξί πόδι του ανερχόμενου, δεμένο
το ίδιο σκοινί, συνέχιζε να τον ακολουθεί.

 
ANOTHER NIGHT

That silver candleholder, placed
between two empty spaces. He tried
to put the candle out and go to bed. Then he
compared the strength of his breath
opposite the resistance of the flame,
he discerned the flame’s contour – a faint
bow (to him?) a consent,
and then the trembling upright pose.
He didn’t lie down.
He stayed and observed within this flame,
in an immeasurable, forgotten depth,
that same body, naked, invincible,
in a new ascension, not at all illuminated,
while on the right foot of the ascending, the same
rope was tied and kept following him.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis-Mythistorema/Γιώργος Σεφέρης-Μυθιστόρημα

George Seferis_cover

V

 

We didn’t know them

                                deep inside it was hope that said

we had met them in early childhood.

Perhaps we had seen them twice and then they went to the ships

cargoes of coal, cargoes of crops and our friends

vanished beyond the ocean forever.

Daybreak finds us beside the tired lamp

drawing on paper, awkwardly, painfully

ships, mermaids or conches;

at dusk we go down the river

because it shows us the way to the sea

and we spend our nights in cellars smelling of tar.

 

Our friends have left us

                                perhaps we never saw them, perhaps

we encountered them when sleep

still brought us very close to the breathing wave

perhaps we search for them because we search for the other life,

beyond the statues.

Ε

Δέν τούς γνωρίσαμε

                                ήταν η ελπίδα στό βάθος πού έλεγε

πώς τούς είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.

Τούς είδαμε ίσως δυό φορές κι έπειτα πήραν τά καράβια,

φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας

χαμένοι πίσω από τόν ωκεανό παντοτινά.

Η αυγή μάς βρίσκει πλάι στήν κουρασμένη λάμπα

νά γράφουμε αδέξια καί μέ προσπάθεια στό χαρτί

πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια,

τό απόβραδο κατεβαίνουμε στό ποτάμι

γιατί μάς δείχνει τό δρόμο πρός τή θαλασσα,

καί περνούμε τίς νύχτες σέ υπόγεια πού μυρίζουν κατράμι.

Οι φίλοι μας έφυγαν

                                ίσως νά μήν τούς είδαμε ποτές, ίσως

νά τούς συναντήσουμε όταν ακόμη ο ύπνος

μάς έφερνε πολύ κοντά στό κύμα πού ανασαίνει

ίσως νά τούς γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε τήν άλλη ζωή,

πέρα από τ’ αγάλματα.

 

 

 

VI

 

Maurice Ravel

 

The orchard with its fountains in the rain

you will see only from behind the fogged up glass

of the lower window. Your room

will be lit by the fireplace flames

and sometimes, the distant lightning will reveal

the wrinkles on your face, my old Friend.

 

The orchard with its fountains that in your hand was

a rhythm of the other life, beyond the broken

statues and the tragic columns

and a dance amid the oleanders

close to the new quarries

a fogged up glass would have cut it off from your days.

You won’t breath; the soil and the sap of the trees

will spring from your memory to strike

this window that is struck by the rain

of the outside world.

 

ΣΤ

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια του στή βροχή

θά τό βλέπεις μόνο από τό χαμηλό παράθυρο

πίσω από τό θολό τζάμι. Η κάμαρά σου

θα φωτίζεται μόνο από τή φλόγα τού τζακιού

κάι κάποτε, στίς μακρινές αστραπές θά φαίνουνται

οι ρυτίδες τού μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια πού ήταν στό χέρι σου

ρυθμός τής άλλης ζωής, έξω από τά σπασμένα

μάρμαρα καί τίς κολόνες τίς τραγικές

κι ένας χορός μέσα στίς πικροδάφνες

κοντά στά καινούργια λατομεία,

ένα γυαλί θαμπό θά τό `χει κόψει από τίς ώρες σου.

Δέ θ’ ανασάνεις, τό χώμα κι ο χυμός τών δέντρων

θά ορμούν από τή μνήμη σου για΄νά χτυπήσουν

πάνω στό τζάμι αυτό πού τό χτυπά η βροχή

από τόν έξω κόσμο.

Από το βιβλίο Μυθιστόρημα/From the book Mythistorema

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca