Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης



There may be a way to bend
the insistence of chained Nostos
to rush with light and decipher
the slant passages and
unguarded borders of the by-chance clouds
to log with light
the slopes and counties on rocky mountains
of the dear stalker and the wild animals.

No less number of fir-trees;
with new paeans and drums of war the echoes
won’t refuse to come and help
the silence function
until drop by drop they’ll
turn the height into immortal as
at the Monastery of Dochiarios
the difficult will become easy
while the sweat moral of colours
will avenge the malice of the rocks.

An angry horse
threshes the horizon
like the punisher Achilles with the wound
with golden spears and
shiny nails
the fire of lightning is sharpened

Θά γενεῖ τρόπος νά λυγίσει
ἡ ἐπιμονή τοῦ ἀλυσοδεμένου Νόστου.
Μέ τό φῶς βιάζοντας τά λοξά περάσματα
καί τά ἀφύλαγα σύνορα κάποτε τῶν νεφῶν.
Καί μέ τό φῶς ὑλοτομώντας
διάσελα καί ντερβένια στά πετρωτά βουνά
Της θηροφόνης καί τῆς Ἐλαφηβόλου.
Δέν θά ἐλαττωθοῦν τά ἔλατα.
Καί μήτε πού θ’ ἀρνηθοῦν οἱ ἦχοι νά στέρξουν
τήν σιωπή νά λειτουργήσουν
μέ νιάκαρες πολεμικές καί ταμπούρλα.
Ἕως ὅπου σταλάζοντας στάλα τή στάλα
στή Μονή τοῦ Δοχειάριου
ἀθανατίσουν τά ὕψη.
Και τό Δύσκολο βολετό θα γενεῖ
καθώς τό μειλίχιον ἦθος τῶν χρωμάτων
θά νικήσει τήν μοχθηρία τῶν λιθαριῶν.
Ἕνα θυμωμένο φαρί
ἁλωνίζει τούς ὁρίζοντες
καθώς ὁ τιμωρός μέ τήν πληγή Ἀχιλλέας.
Μέ χρυσά τά πέταλα
καί μαλαματένια καρφιά
πού τά τροχίζει τῆς ἀστραπῆς τό ἀκόνι.

HOURS OF THE STARS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, Vancouver, BC


ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό


Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—


Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;


The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee


Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

Constantine P. Cavafy/Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων πού πεθάναν, ή εκείνων πού είναι

γιά μάς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους.

Κάποτε μές στά όνειρά μας ομιλούνε,

κάποτε μές στήν σκέψι τές ακούει τό μυαλό.

Καί μέ τόν ήχο των γιά μιά στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από τήν πρώτη ποίησι τής ζωής μας—

σά μουσική, τήν νύχτα, μακρινή, πού σβύνει.


Ideal and beloved voices

of the dead or those who

for us are lost like the dead.

At times they talk in our dreams;

at times our minds hear them when in thought.

And with their sound, for a moment, echoes

return from the first poetry of our lives—

like distant music, at night, that slowly fades away.


Τιμή σ’ εκείνους όπου στήν ζωή των

ώρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από τό χρέος μή κινούντες,

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τές πράξεις,

αλλά μέ λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία,

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε,

πάντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες,

πλήν χωρίς μίσος γιά τούς ψευδομένους.

Καί περισσότερο τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (καί πολλοί προβλέπουν)

πώς ο Εφιάλτης θά φανεί στό τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θά διαβούνε.








Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

gallant when rich, and when

they are poor, again a little gallant,

again assisting as much as they can;

Always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will appear in the end

and the Medes will break through at last.


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Καί κάθομαι καί απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δέν σκέπτομαι: τόν νούν μου τρώγει αυτή η τύχη

διότι πράγματα πολλά έξω νά κάμω είχον.

Ά όταν έκτιζαν τά τείχη πώς νά μήν προσέξω.

Αλλά δέν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τόν κόσμον έξω.


Without much thought, without pity, without shame

they’ve built high, thick walls around me.

And now I sit here in despair.

I think of nothing else: this fate consumes my mind;

because I had so many things to do outside.

Ah, why didn’t I notice when they built the walls?

But I never heard the builders, or any sound at all.

Imperceptibly, they shut me off from the world.

~Constantine P. Cavafy/Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη