Χλόη και Αλεξάνδρα//Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Η φωτογραφία

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι,
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν,
από την φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.
The Picture

While we embrace
(proof is your arm around my back)
it’s windy, I wear a gray overcoat
leaves swirl falling
forever yours you whisper while
in the background the coals appear
the white horses
the pit: full of dead
the tree with heads hanging from its branches
the silent declaration of gravesites
people with candles
grieve silently
as it rains darkness and
while all this happens
your face vanishes
from the picture and
this loss, so small in the dead Cosmos
that surrounds us
this exact insignificant loss
gives this picture
the priceless value
of the for ever lost.

 

http://www.libroslibertad.ca

CLOE KOUTSOUBELIS–ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Chloe 2

SCISSORS

I cut my childhood with the scissors
two black and white little girls
that vaguely float and
break to pieces falling on the floor.
Have I ever had a twin sister
or was I the one who was never born?
A photograph shivers
shining and silvery in its jar
strange that every time
I remove the scales
the viscera, memories, fins
the head that I put in the oven and
then I carefully cut slices of veins
I remember better.

I cut the soft cauliflower of the brain with the scissors
the one that often fills with sea
my mother would say to me
don’t put your hand under your white dress
the key turns a door lock
a house goes in circles
hold the red shoes in your hands

Mon and dad smile
my brother behind me holds my hand
you betray me again and again
and I leave myself in a room

I cut this poem with the scissors
perhaps it is your body
perhaps it is the stranger’s
who vanish after you sleep with him

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

~ Cloe Koutsoubelis, translated by Manolis Aligizakis