Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

ΩΣΤΟΣΟ, η είδηση που περιμέναμε έφτασε, και θα μπορούσε
ίσως ν’αλλάξει τη ζωή μας, αν δεν ήταν σε μια γλώσσα
άγνωστη, που κάποιοι που την ήξεραν είχαν πεθάνει, όλοι νέοι,
όμως ο κόσμος συγκινήθηκε, αφού στο τέλος ήταν μια πατρότητα
κι αυτή, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο
άνθρωπος που έψαχνε ανάμεσα στα παλιά πεταμένα πράγματα,
έξω απ’την πόλη, γύρισε και με κοίταξε κι όσο κι αν ήμουν
δύσπιστος, δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ το θησαυρό, γιατί το μήνα
Νοέμβριο οι νύχτες έχουν ολότελα μεγαλώσει, κι οι καυτές πατάτες
που συναλλάζαμε από χέρι σε χέρι άχνιζαν μέσα στο βράδυ, όπως
αυτός που προσεύχεται.

 
AND YET, the news we expected reached us and it could
perhaps change our lives if it wasn’t in an unknown language
the people who spoke it had all died young but the crowd was
touched it was finally just a matter of fatherhood and as it happens
in such cases the man who searched in the old discarded things in
the city’s outskirts turned and looked at me and no matter how
a doubter I was, I couldn’t but smell the treasure because in
November the nights are very long and the boiled potatoes
we threw from hand to hand steamed in the night like one
who prays.

 

~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca
~Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη.

~www.libroslibertad.ca

Manolis Anagnostakis

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

HOURS OF THE STARS

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ORION

Your sin will always be more than enough
in the silent hospitality of earth
your evil thought will always harm your eyes
that you carry in your two hands
like broken street lamps
yet you’ll follow the path of the sun
guided by the hammering of water
that builds houses and laboratories
of gods in the sea floor
you’ll follow the path of the sun
accepting the advice of children
who direct flocks of shadows and thunderbolts
that you’ll have as a roommate the fairy
dressed in the morning shyness
that you’ll reign over
the fruitful earldom of October
hunted hunter
with the insubordinate belt
brother of my fear and my lust
and blood brother

ΩΡΙΩΝ

Πάντα θά περισσεύει τό κρίμα σου
πάνω στή βουβή φιλοξενία τῆς γῆς.
Πάντα ἡ κακή σου γνώμη
θά σοῦ σαραβαλιάζει τά μάτια
νά τά κρατᾶς στά δυό σου χέρια
σά σπασμένα φανάρια.
Ὅμως θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ὁδηγημένος ἀπό τῶν νερῶν τίς σφυριές
πού χτίζουν στούς βυθούς
τά σπίτια τῶν θεῶν καί τ’ ἀργαστήρια.
Θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ἔχοντας συβουλατόρους τά παιδιά
πού σαλαγᾶνε τά κοπάδια τῶν ἴσκιων καί τῶν κεραυνῶν.
Γιά νά ᾽χεις ὁμοθάλαμη κάποια νεράϊδα
ντυμένη πρωινή ντροπαλοσύνη.
Γιά νά ἡγεμονεύεις
στίς καρπερές κομητεῖες τοῦ Ὀκτώβρη.
Κυνηγημένος κυνηγός
μέ τήν ἀδάμαστη ζώνη.
Τοῦ φόβου καί τοῦ πόθου μου ἀδερφός.
καί ἀδερφοποιτός.

HOURS OF THE STARS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

35774-tl

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ

     Κανείς δέ θά μάθει ποτέ μέ πόσες αγρύπνιες συντήρησα τή ζωή

μου, γιατί έπρεπε νά προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τήν

καταχθόνια δύναμη, πού κρατούσε αυτήν τήν αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μέ κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νά βλέπω κρυμμένο τό μυστικό

πού φθείρουμε ζώντας, καί πώς θά επιστρέψουμε μέ άδεια χέρια

      καί συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι νά υπάρχουν, αλήθεια, στό σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τά γάντια τους γιά νά τό εξα-

κριβώσω, μά ήξερα πώς ήταν κι οι άλλοι, πού πονούσαν μέ γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι πού δέν ξανάφευγαν, κι άς μήν

τούς έβλεπα, έβλεπα, όμως, τούς αμαξάδες τους πού γερνούσαν καί

πέθαιναν έξω στό δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, πού ίσως,

βέβαια, καί νά μήν ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη πού

συνοδεύει τούς θνητούς.

EMPTY HANDS

     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we, by living, wear out and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometime I counted their gloves to confirm this although I knew

there were the others who were in pain with empty hands again at

other times foreigners would come never to leave again even if I couldn’t

see them however I saw their carriage men growing old and die out

in the street,

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps

most certainly wasn’t a harp but the immortal sorrow that escorts

the mortals.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis