Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΟΧΙ ΝΕΑΣ

Μη μου τα πεις. Άσε με να μαντέψω—λέει. Μαντεύω.
Πηδώ απ’ τόνα στ’ άλλο μπαλκόνι, κινώντας
μόνο τα δάχτυλα του ενός μου χεριού. Ξεκρεμώ
την άσπρη κουρτίνα. Τη ρίχνω στον ώμο μου.
Θυμάμαι πως είμαι ξυπόλητη. Αυτό μου δίνει
το αίσθημα του χορού. Χορεύω στον αέρα. Κοίτα.
Το αριστερό μου πόδι πιο ανάλαφρο. Το δεξί
πιο επιδέξιο,—ακολουθούμαι, κοίτα, και είμαι.
Κάθε σκοινί, στο τέλος του, άκρη-άκρη, πάντα
έχει έναν δύσκολο κόμπο για να μην ξεφτάει.
Έτσι δεν είναι και το απρόβλεπτο;— πάντα στο τέλος.

Νάταν να δίδασκα σε κάποιον αυτό το χορό.

 

DANCE OF A WOMAN NOT SO YOUNG

Don’t tell me. Let me guess – he says. I guess.
I jump from one balcony to the other, moving
only the fingers of one of my hands. I unhook
the white curtain. I place it on my shoulder.
I remember that I am shoeless. This gives me
the sense of dance. I dance in the air. Look.
My left leg is lighter. The right
more skillful – I follow myself, look, and I am.
Every rope at its end, right at its edge, always
has a tight knot so it doesn’t unravel.
Isn’t the unforeseeable the same way? – Always at the end.

I wish I could teach this dance to someone.

 
~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.
MELANCHOLY

A great darkness skates on thin ice upon the sky.
Thus as the window hugged me
with one hand
I pull inside the room
the unbelievable loneliness of the street
with the other hand
I grab a handful of darkness
and throw it onto my soul

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Vernal Equinox//Εαρινή Ισημερία

vernal equinox
ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΕΙΝ

Σταματά το ψύρισμα
χέρι αιωρούμενο
αφηρημένα διαγράφει ένα κύκλο στο κενό
σαν πουλί παγωμένο πάνω
σε φακό φωτογραφικής μηχανής
η ήβη της τον σκανδαλίζει
σαν έρχεται στο νου του
απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου
στο ηλιοκαμένο νησί
στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο
στήν τραγουδιστή λαγνεία
αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση
στο δροσερό δωμάτιο
μπροστά στα μάτια του
δάχτυλο σε αγωνιώδη κίνηση κύκλου
που ο ερωτισμός στριφογυρίζει
ψηλότερα ψηλότερα στην κορυφή
συγκλονιστικού οργασμού
άνεμος πανδαιμόνιο
πόθος κι ένας κατακόκκινος
Εωσφόρος καγχάζει σαρδόνια
που το ψυράφι αγγίζει το δέρμα του
ανοίγοντάς το
σαν κι εκείνης
χρώμα κοκκινωπό

~’Εαρινή Ισημερία’, Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011

SCANDALOUS

He stops shaving razor floating in air
hand absentmindedly creates a circle in mid-void
like a bird stilled by camera lens
her scandalous vulva visits his mind
from days of that August
on the scorched island
in low tone siesta
in muffled moaning
lest the mirror would crack from tension
in the cool soothing room
before his eyes
finger in circular motion of agony
swirling eroticism
higher and higher
near a shuddering apex
wind pandemonium
lust and a red colored
Lucifer laughs sardonically
as the razor touches his flesh
opening it
like hers
color reddish

~VERNAL EQUINOX, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011,
http://www.ekstasiseditions.com

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

ΣΤΡΟΦΗ

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα του μυστικού δείπνου
Στιγμή σπυρί της άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να είχε δει την Υδρα
στο ουράνιο περιβόλι

STROPHE

Moment sent by a hand
that I had so much loved
you reached me almost at dusk
like a black dove
The road shone before me
soft breath of sleep
at the end of a secret feast
Moment grain of sand
that you alone kept
the tragic clepsydra whole
silent as though it had seen Hydra
in the heavenly orchard

Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες πρός το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς
κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί
κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό
μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός

THE SADDENED GIRL

On the stone of patience
you sat at dusk
with the black of your eye
showing how you hurt
And on your lips you had
a line naked and shivering
as the soul spins
and sobs plead
and in your mind the tune
that starts a tear
and you were a body that from its edge
returns to its fruit
but your heart’s anguish
didn’t sob but turned into
a meaning given to the world
by the star filled sky

ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ όνομα της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή
Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon
but the water brackish
On the golden sand
we wrote her name
when the sea breeze blew
the writing vanished
With what heart with what spirit
what desire and what passion
we led our life what a mistake
so we changed our life

“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

YANNIS RITSOS-ROMIOSINI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca