Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

Ritsos_front large

ΓΝΩΣΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Χρόνια και χρόνια αδημονούσε, γδυνόταν
μπροστά σε μικρούς ή μεγάλους καθρέφτες,
μπροστά σε όποιο τζάμι, δοκίμαζε με προσοχή
τη μια, την άλλη στάση, να διαλέξει, να εφεύρει
την πιο δική του, την πιο φυσική, για να γίνει
το τελειωμένο του άγαλμα—παρ’ όλο που τόξερε
πως συνηθέστερο τ’ αγάλματα ετοιμάζονται
για τους νεκρούς, κι ακόμη συνηθέστερο
για κάποιους άγνωστους, ανύπαρκτους θεούς.

~Αθήνα, 17-3-71

KNOWN OUTCOMES

For years and years he longed, he undressed
in front of small or large mirrors,
in front of every window, he carefully tried
one or another pose trying to choose, to invent
his own most natural pose, so that he would become
the perfect statue of himself – although he knew
that usually statues were prepared
for the dead and even more
often for some unknown, inexistent gods.

~Athens, 17-3-71

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

Ubermensch//Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover

Eνηλικίωση

Ξαφνικά είμαστε κιόλας ενήλικοι. Γρήγορα πέρασαν
τα ξέγνιαστα χρόνια, κλείσαν τα βιβλία, κι η παιδική
αγάπη αντικαταστήθηκε με τη λυπημένη σιωπή
που προχωρεί χωρίς προσανατολισμό. Οι οδηγοί βλαστήμησαν
την κίνηση και που `ναι ο θεός να βάλει κάποια τάξη;
Μα δεν έχουν ακούσει τα καλά μας νέα;
Πέθανε ο θεός, φωνάξαμε στον άνεμο και στα φύλλα
της οξιάς κι εμένα πάντα μ’ άρεσαν οι πλανόδιες ορχήστρες
που από πόλη σε πόλη πήγαιναν και διασκέδαζαν τον κόσμο
με νοσταλγικά τραγούδια, για του Παράδεισου τη μισέρια
την ώρα που εμείς στη γη τη βρίσκαμε με μαρμελάδα
και με λουκουμάδες. Ωστόσο κάτι πολύ σοβαρό
μας κρατούσε σιωπηλούς που η πεταλούδα πέταγε πάνω
απ’ την ντάλια. Σκέφτηκες άραγε ποτέ τι θα γινόταν
με μια μουγγή έρωτα αν έκανες και στη στιγμή
του οργασμού ξεφώνιζες δυνατά ‘βοήθεια;’

~ Μου αρέσουν όλοι όσοι δεν αναζητούν πίσω από κάθε άστρο
την αιτία για μια θυσία, μια αιτία για να καταστραφούν.
Adulthood

Suddenly we had grown into adulthood. Quickly
the carefree years passed, books closed, puppy love
replaced by somber silence, directionless,
drivers cursed the traffic jams and where was god to put
some order to this life?
But haven’t they heard the good news?
God was dead. We yelled it to the wind and to the aspen
leaves and I always believed in the travelling bands that
went from city to city and entertained people with old
nostalgic songs talking of misery being just in heaven
while on earth we thrived on jelly and glazed donuts. Yet
something sinister kept us silent that the monarch butterfly
flew over the dahlia.
Have you ever thought of what would happen if
you made love to a deaf woman and at the time
of climax you screamed for help?

~ I like all those who do not seek behind every star
the reason for a sacrifice, the cause for their destruction.

George Seferis-Mythistorema/Γιώργος Σεφέρης-Μυθιστόρημα

George Seferis_cover

V

 

We didn’t know them

                                deep inside it was hope that said

we had met them in early childhood.

Perhaps we had seen them twice and then they went to the ships

cargoes of coal, cargoes of crops and our friends

vanished beyond the ocean forever.

Daybreak finds us beside the tired lamp

drawing on paper, awkwardly, painfully

ships, mermaids or conches;

at dusk we go down the river

because it shows us the way to the sea

and we spend our nights in cellars smelling of tar.

 

Our friends have left us

                                perhaps we never saw them, perhaps

we encountered them when sleep

still brought us very close to the breathing wave

perhaps we search for them because we search for the other life,

beyond the statues.

Ε

Δέν τούς γνωρίσαμε

                                ήταν η ελπίδα στό βάθος πού έλεγε

πώς τούς είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.

Τούς είδαμε ίσως δυό φορές κι έπειτα πήραν τά καράβια,

φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας

χαμένοι πίσω από τόν ωκεανό παντοτινά.

Η αυγή μάς βρίσκει πλάι στήν κουρασμένη λάμπα

νά γράφουμε αδέξια καί μέ προσπάθεια στό χαρτί

πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια,

τό απόβραδο κατεβαίνουμε στό ποτάμι

γιατί μάς δείχνει τό δρόμο πρός τή θαλασσα,

καί περνούμε τίς νύχτες σέ υπόγεια πού μυρίζουν κατράμι.

Οι φίλοι μας έφυγαν

                                ίσως νά μήν τούς είδαμε ποτές, ίσως

νά τούς συναντήσουμε όταν ακόμη ο ύπνος

μάς έφερνε πολύ κοντά στό κύμα πού ανασαίνει

ίσως νά τούς γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε τήν άλλη ζωή,

πέρα από τ’ αγάλματα.

 

 

 

VI

 

Maurice Ravel

 

The orchard with its fountains in the rain

you will see only from behind the fogged up glass

of the lower window. Your room

will be lit by the fireplace flames

and sometimes, the distant lightning will reveal

the wrinkles on your face, my old Friend.

 

The orchard with its fountains that in your hand was

a rhythm of the other life, beyond the broken

statues and the tragic columns

and a dance amid the oleanders

close to the new quarries

a fogged up glass would have cut it off from your days.

You won’t breath; the soil and the sap of the trees

will spring from your memory to strike

this window that is struck by the rain

of the outside world.

 

ΣΤ

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια του στή βροχή

θά τό βλέπεις μόνο από τό χαμηλό παράθυρο

πίσω από τό θολό τζάμι. Η κάμαρά σου

θα φωτίζεται μόνο από τή φλόγα τού τζακιού

κάι κάποτε, στίς μακρινές αστραπές θά φαίνουνται

οι ρυτίδες τού μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια πού ήταν στό χέρι σου

ρυθμός τής άλλης ζωής, έξω από τά σπασμένα

μάρμαρα καί τίς κολόνες τίς τραγικές

κι ένας χορός μέσα στίς πικροδάφνες

κοντά στά καινούργια λατομεία,

ένα γυαλί θαμπό θά τό `χει κόψει από τίς ώρες σου.

Δέ θ’ ανασάνεις, τό χώμα κι ο χυμός τών δέντρων

θά ορμούν από τή μνήμη σου για΄νά χτυπήσουν

πάνω στό τζάμι αυτό πού τό χτυπά η βροχή

από τόν έξω κόσμο.

Από το βιβλίο Μυθιστόρημα/From the book Mythistorema

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca