ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Odisseas

Η αναγνώριση στην “Οδύσσεια”
Η ανάρτηση αυτή αναφέρεται στις αναγνωρίσεις της Οδύσσειας και είναι απόσπασμα (όπως και η αντίστοιχη για τις αναγνωρίσεις της “Ελένης” του Ευριπίδη) από μια ευρύτερη ανάρτηση για την αναγνώριση ως λογοτεχνικό μοτίβο. Αυτονομειται, κατά κάποιον τρόπο, για χρηστικούς λόγους. Επειδή η πλήρης ανάρτηση έχει πολλά δεδομένα και αργεί να φορτώσει, πράγμα που μου δυσκολεύει το μάθημα στην τάξη.
Πρώτα πρέπει να ξεκινήσω με τον ορισμό της αναγνώρισης. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη λοιπόν, αναγνώριση ονομάζεται η μετάβαση από την άγνοια στην γνώση ως προς την ταυτότητα ενός ( το ένα πρόσωπο γνωρίζει και το άλλο δεν γνωρίζει, οπότε έχουμε απλή αναγνώριση) ή περισσότερών (αμφότερα τα πρόσωπα δεν γνωρίζουν την ταυτότητα αμφοτέρων, άρα έχουμε διπλή αναγνώριση) προσώπων. Ο Αριστοτέλης τη θεωρεί βασικό στοιχείο της τραγωδίας (το σχετικό παράθεμα είναι αντλημένο από την “Ποιητική” του, η οποία αναφέρεται στην τραγωδία) και θεωρεί πώς μπορεί να επιτευχθεί με τέσσερις τρόπους:
· με σημάδια (τα πρόσωπα αποδεικνύουν την ταυτότητα τους αναφέροντας σημάδια που μόνο εκείνα θα μπορούσαν να γνωρίζουν).
· με ανάμνηση (οι αναμνήσεις που εκφράζουν τα πρόσωπα είναι δηλωτικές της ταυτότητάς τους ).
· με συλλογισμό (τα πρόσωπα συλλογίζονται τα τεκταινόμενα στην πλοκή του μύθου και από τα συμπεράσματα που εξάγουν από τους συλλογισμούς αυτούς αναγνωρίζουν κάποιον)
· από την εξέλιξη των πραγμάτων· τον τελευταίο αυτό τρόπο ο Αριστοτέλης θεωρούσε ως τον
ανώτερο και λογοτεχνικότερο.
Η “Οδύσσεια” αποτελεί το πρώτο αφήγημα της κατηγορίας «επιστροφή του ξενιτεμένου». Ο Οδυσσέας λείπει είκοσι χρόνια από την πατρίδα και το σπίτι του· ως εκ τούτου, η αναγνώριση αποτελεί εκ των πραγμάτων ένα συχνά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην Οδύσσεια. Αρχής γενομένης από την αναγνώριση του Οδυσσέα από τους Φαίακες, το δεύτερο μισό της Οδύσσειας είναι μια σειρά από αναγνωρίσεις.
Στην περίπτωση των Φαιάκων, η αναγνώριση γίνεται μέσω των αναμνήσεων. Ο Οδυσσέας ως καραβοτσακισμένος ναυαγός φτάνει στο παλάτι του Αλκίνοου και δακρύζει ακούγοντας τον αοιδό του παλατιού να τραγουδάει την άλωση της Τροίας στην οποία ίδιος συνέβαλε τα μέγιστα. Οι ερωτήσεις των παρισταμένων τον οδηγούν να τους αποκαλύψει την ταυτότητά του. Η αναγνώριση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική γιατί είναι κατά κάποιο τρόπο και αυτοαναγνώριση. Αφηγούμενος την ιστορία του, ο Οδυσσέας ανακτά και την ταυτότητα του· παύει να είναι ο ικέτης, γυμνός ναυαγός και συνδέεται ξανά τον ηρωικό και πολυμήχανο εαυτό του, στοιχείο εξαιρετικά πολύτιμο για αυτόν ώστε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις δοκιμασίες που τον περιμένουν στο Ιθάκη.
Όλες οι επόμενες αναγνωρίσεις συμβαίνουν στην Ιθάκη. Μεταμορφωμένος σε γέρο, ο Οδυσσέας δεν δίνει «γνωριμιά» στον Εύμαιο, αρχικά γιατί δεν ξέρει αν μπορεί να τον εμπιστεύεται κι έπειτα για να διασφαλίσει την μυστικότητα του σχεδίου του. Έτσι η πρώτη αναγνώριση είναι αυτή μεταξύ Οδυσσέα και Τηλέμαχου. Ο Οδυσσέας δεν χρειάζεται να αναγνωρίσει τον Τηλέμαχο παρόλο που δεν τον έχει δει ποτέ ενήλικο, γιατί η Εύμαιος και η χαρά με την οποία τον υποδέχεται αποκαλύπτουν την ταυτότητα του. Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει κατά την εξέλιξη των πραγμάτων τον πατέρα του. Όταν εκείνος κρίνει σκόπιμο, παίρνει την κανονική μορφή του και του αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Η λαχτάρα του Τηλέμαχου να συναντήσει επιτέλους των πατέρα του τον οδηγεί άμεσα στην αναγνώρισή του
Μια ιδιότυπη αναγνώριση, παρενθετικά, έχουμε στον δρόμο του Οδυσσέα για το παλάτι. Ο γηραλέος σκύλος του Οδυσσέα, ο Άργος, δεν ξεγελιέται από την μεταμφίεση του αφεντικού του που πριν φύγει για την Τροία που τον πήγαινε κυνήγι· Τον αναγνωρίζει, κουνώντας την ουρά του ως ένδειξη χαιρετισμού, λίγο πριν ξεψυχήσει.· και τον βάζει άθελα του σε κίνδυνο να προδοθεί, καθώς τα δάκρυα τον πλημμυρίζουν.

Οδυσσέας και Πηνελόπη
Αν η πρώτη αναγνώριση, με τον Τηλέμαχο, ήταν σημαντική γιατί τον σύνδεσε με τον γιό του και του πάρασχε ένα πολύτιμο συμπαραστάτη, η επόμενη αναγνώριση είναι σημαντικότερη για δυο λόγους. Αφενός, γιατί είναι το πρελούδιο της επόμενης, της κυρίαρχης αναγνώρισης του έπους, εκείνης με την Πηνελόπη· κι αφετέρου, γιατί επανασυνδέει τον Οδυσσέα με τον “οίκο” του, η λέξη με την ομηρική της σημασία. Η παραμάνα του Οδυσσέα, η Ευρύκλεια, αναγνωρίζει τον μεταμορφωμένο Οδυσσέα από ένα σημάδι στο σώμα του, μια ουλή που απέκτησε στο πόδι του μικρός· και χρειάζεται να επιστρατεύσει όλη του την πειθώ ο Οδυσσέας για να μην τον προδώσει από τον ενθουσιασμό της, στερώντας του το στοιχείο του αιφνιδιασμού έναντι των μνηστήρων…
Οι οποίοι μνηστήρες, όπως νωρίτερα ο Εύμαιος και ο Φιλοίτιος στους οποίους αποκαλύπτει ο ίδιος ο Οδυσσέας την ταυτότητά του για να τον βοηθήσουν, αναγνωρίζουν κι αυτοί τον Οδυσσέα από την καλή και, κυρίως, από την ανάποδη, από το βέλος του που μπήγεται στο λαρύγγι τους. Αλλά, αυτές οι αναγνωρίσεις δεν σχετίζονται με το λογοτεχνικό μοτίβο και δεν μας νοιάζουν εδώ. Αντίθετα, η αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη είναι ένα από τα σημαντικότερα συμβάντα όλης της Οδύσσειας. Γιατί η αποδοχή από την σύντροφο, την γυναικεία αγκαλιά που περιμένει τόσα χρόνια και ο μοιρασμένος ύπνος στη συζυγική κλίνη είναι αυτά που θα ολοκληρώσουν τον νόστο. Η Πηνελόπη είναι προετοιμασμένη από τον ίδιο τον Οδυσσέα, που παριστάνοντας τον γέρο της φέρνει νέα για τον εαυτό του (έχοντας κι αυτός τη δική του κρυφή ατζέντα καθώς εφαρμόζει ένα άλλο λογοτεχνικό μοτίβο, “το δοκίμι της αγάπης”) και την έχει πληροφορήσει ότι γρήγορα θα επιστρέψει ο άντρας της. Αλλά αυτή, συνηθισμένη να ακούει μεγάλα λόγια που δεν επαληθεύονται, δεν του δίνει σημασία. Κι όταν όλο χαρά η Ευρύκλεια της ανακοινώνει πως γύρισε ο άντρας της, αυτή είναι μεν συναισθηματικά έτοιμη να αποδεχθεί το γεγονός, αλλά, ως άξια γυναίκα του πολυμήχανου και καχύποπτου μέχρι αποδείξεως του εναντίου άντρα της, δεν επιτρέπει στα συναισθήματα της να καθυποτάξουν την λογική της. Ποιός ξέρει πόσους λαγούς με πετραχήλια της τάξανε, της γυναίκας! Κατεβαίνει. Λοιπόν, από το δωμάτιο της και υποδέχεται ψυχρά τον Οδυσσέα προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο μέχρι να βεβαιωθεί. Ο Οδυσσέας (ψευτο)θυμωμένος από την ψυχρότητα της γυναίκας του που είκοσι χρόνια ονειρευόταν, απειλεί ότι θα κοιμηθεί σε άλλο δωμάτιο. Γιατί “όσοι ταξίδεψαν γυρεύουν την Ιθάκη” και τους φαίνεται κάπως δυσσάρεστο η Ιθάκη να μην τους καλοδέχεται.

Και η Πηνελόπη έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει την απάντηση που ψάχνει. Προστάζει να βγάλουν το συζυγικό κρεβάτι και να το στρώσουν σε άλλο δωμάτιο, ελπίζοντας προφανώς να αντιδράσει εκείνος όπως τελικά αντέδρασε. Ο Οδυσσέας οργίζεται που τον κοροϊδεύει, καθώς έχει φτιάξει το κρεβάτι ο ίδιος κι είναι καρφωμένο πάνω σε ένα κορμό ελιάς, άρα δεν είναι δυνατό να μετακινηθεί. Η γνώση αυτής της λεπτομέρειας που μόνο ο πραγματικός Οδυσσέας θα γνώριζε είναι το σημάδι που ψάχνει η Πηνελόπη. Η οποία ζητάει “γιρλάντες” και “μπάντες” που “ήρθε ο καλός” της.

Η επιστροφή ολοκληρώνεται, η “Οδύσσεια” τελειώνει…

‘Ολη; Όχι. Ο Όμηρος εφαρμόζει κι εδώ την τεχνική της κλιμάκωσης- αποκλιμάκωσης όπως έκανε και με την περιγραφή της καταιγίδας που εξαπέλυσε ο Ποσειδώνας εναντίον του Οδυσσέα στην ραψωδία ε΄. Ο γερο-πατέρας του Οδυσσέα, ο Λαέρτης, έχει αποτραβηχτεί στα χτήματα του, τσακισμένος από την απουσία του γιού του και τις φρικαλεότητες των μνηστήρων. Ο Οδυσσέα εμφανίζεται και στην αρχή- αναίτια εντελώς- με μια λίγο διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ, παριστάνει ένα Κρητικό έμπορο που του λέει ότι ο γιός του θα έρθει σύντομα. Στο κλάμα του πατέρα του, ο Οδυσσέας παρατάει το θέατρο και αποκαλύπτει κλαίγοντας την ταυτότητά του. Αντάξιος της καχύποπτης διάθεσης ως προς τα πράγματα του γιού του (και της νύφης του!), ο Λαέρτης δεν πείθεται. Η αναγνώριση επιτυγχάνεται κι εδώ με σημάδια. Ο Οδυσσέας απαριθμεί τα δέντρα που όταν ήταν παιδάκι είχε φυτέψει μαζί με τον πατέρα του και ο Λαέρτης πέφτει στην αγκαλιά του.

http://www.kakoslykos.blogspot.com

NIETZSCHE: Guilty Conscience

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Guilty Conscience
Posted on January 17, 2015
In Shakespeare’s Macbeth, the pangs of a guilty conscience drive Lady Macbeth to madness. Her doctor remarks that medicine cannot cure a sense of guilt. “More needs she the divine than the physician.” Guilt overwhelms Lady Macbeth until she finally commits suicide at the end of the play.
Considering the powerful influence that guilt can have over a person, it is important to explore the origin and nature of this emotion in order to possibly gain some control over it. In this video, we will discuss Nietzsche’s theory concerning the origin of guilt, and we will also explain what it indicates for the future of mankind.
To feel guilty means to feel painful regret for some wrong committed. According to Nietzsche, the concepts of right and wrong arose with the development of societies. He describes guilt as a disease that humanity caught when it formed these social communities. “I look on bad conscience as a serious illness to which man was forced to succumb by the pressure of the change whereby he finally found himself imprisoned within the confines of society and peace.”
When man left the lawless wilderness and entered into societies, he entered into an entirely new world where his old instincts were worthless. Nietzsche compares this radical change experienced by man to the change experienced by the first sea animals to venture onto land. “It must have been no different for man, happily adapted to the wilderness, war, the wandering life and adventure than it was for the sea animals when they were forced to either become land animals or perish – at one go, all instincts were devalued and ‘suspended’. The poor things were reduced to relying on thinking, inference, calculation, and the connecting of cause with effect, that is, to relying on their mind, that most impoverished and error-prone organ!”
Man’s wild instincts, however, did not fade away. Instead, he was forced to turn his instincts for cruelty inwards because the new laws of societies prohibited violence. “Those terrible bulwarks with which state organizations protected themselves against the old instincts of freedom had the result that all those instincts of the wild, free, roving man were turned backwards, against man himself. Animosity, cruelty, the pleasure of pursuing, raiding, changing and destroying – all this was pitted against the person who had such instincts.”
After diverting his cruel instincts towards himself, man began to grow sick of existence. Nietzsche refers to this sentiment as the worst and most insidious illness ever to afflict man, and an illness from which man has yet to recover. “Lacking external enemies and obstacles, and forced into the oppressive narrowness and conformity of custom, man impatiently ripped himself apart, persecuted himself, gnawed at himself, gave himself no peace and abused himself, this animal who battered himself raw on the bars of his cage and who is supposed to be ‘tamed’; man, full of emptiness and torn apart with homesickness for the desert, has had to create within himself an adventure, a torture-chamber, an unsafe and hazardous wilderness – this fool, this prisoner consumed with longing and despair, became the inventor of ‘bad conscience’.”
Despite the dismal diagnosis of civilized man’s illness, Nietzsche regarded the disease of guilt, like all other afflictions in life, to be an opportunity to enhance human excellence. To him, mankind’s ability to turn against itself is indicative of man’s potential to achieve something great in the future – to achieve the meaning of the earth – to achieve the birth of the Ubermensch. “The prospect of an animal soul turning against itself was something so new, profound, puzzling, contradictory and momentous that the whole character of the world changed in an essential way. Man arouses interest, tension, hope, almost certainty for himself, as though something were being announced through him, were being prepared, as though man were not an end but just a path, an episode, a bridge, a great promise.”
To conclude, Nietzsche asserts that a guilty conscience developed when mankind formed societies and established laws. These social institutions forced man to turn his cruel and wild instincts inwards against himself. When man finally overcomes his bad conscience – which is nothing more than contempt for life – he will be one step closer to giving birth to the Ubermensch.
WWW.ORWELL.WORDPRESS.COM

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ–ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ

erotas-afroditi

Κωστής Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (απόσπασμα)

Νοσταλγία για τη μητέρα Θεσσαλονίκη, τον Πλαταμώνα, όπου είναι οι περισσότεροι φίλοι μου;
Αλλά έχω δημιουργήσει κι αλλού πάλι καταστάσεις τέτοιες κι αισθάνομαι δεν αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, αισθάνομαι Έλληνας βέβαια και Ρωμιός, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του Θεσσαλονικιού που είμαι, αλλά αισθάνομαι ότι αυτό που είχα στην Ελλάδα το δημιουργώ μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και σε άλλα μέρη και το επεκτείνω. Και αυτό έχει μια ομορφιά! Δηλαδή, φτιάχνεις τη ζωή σου με μεγαλύτερη ποικιλία, με περισσότερες εκφορές. Τα ίδια πράγματα με πιο πολλές γλώσσες, με διαφορετικά ημιτόνια κάθε φορά. Θα έλεγα ότι λίγο-πολύ είμαι πεισματάρης. Ό,τι ήθελα στη ζωή μου το απέκτησα. Εκείνο βέβαια που πάντα θέλω πιο πολύ και είναι πράγμα που ίσως κανένας δεν μπορεί να τ’ αποκτήσει είναι, ακόμα πιο πολλή αγάπη, ακόμα πιο πολύ έρωτα. Και να παίρνω και να δίνω. Αυτό είναι ένα αλισβερίσι, όπως ξέρεις. Δηλαδή, θέλω το Θεό τον ίδιο, να αγαπήσω το Θεό τον ίδιο – να στο πω έτσι με λόγο θρησκευτικό -και αγαπάω τους αγγέλους του. Κι όχι τον ίδιο. Δεν μου δίνεται ο ίδιος ο Θεός, μου δίνονται οι προφήτες, οι αγγέλοι του. Ε, είναι ένας πλούτος, ίσως, να αισθάνεσαι αυτήν την έλλειψη. Μπορώ να την αισθάνομαι αυτήν την έλλειψη από τη συνείδησή της. Αλλά είναι και μια φτώχεια. Δηλαδή νοιώθω ανικανοποίητος. Ικανοποιημένος για πολλά, ανικανοποίητος για όλο και περισσότερα. Πάντα υπάρχει περιθώριο, βεβαίως, να καλυφθεί. Πάντα υπάρχει περιθώριο! Και ξέρεις, μεγαλώνοντας κανένας καταλαβαίνει πιο πολύ. Μπορεί βιολογικά να γερνάει, στα 57, αν μπορείς να πεις ότι γερνάει. Ήδη, δεν είσαι βέβαια 30 χρονών, είσαι, είμαι δηλαδή, στα 57. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα, έχω ζήσει πολύ περισσότερα πράγματα. Ξέρεις, έχω ζήσει πιο πολύ, και έχω εκτιμήσει τη στιγμή της αποτυχίας του ανθρώπου. Εντάξει οι στιγμές της επιτυχίας. Μιλήσαμε γι’ αυτές. Και είναι έκδηλες όταν υπάρχουν. Αλλά να μάθεις να βλέπεις το μεγαλείο του ανθρώπου όταν αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να φτιάξει τον κόσμο καλύτερο και τον εαυτό του καλύτερο, ε, νομίζω και αυτό είναι σημαντικό. Κι αυτό το ‘χω μάθει μέσα από πολλά πράγματα. Είχα μεγάλους έρωτες και έχω. Αλλά κάποια στιγμή νοιώθω ότι οι έρωτες αυτοί έχουν πολύ άγρια όρια προς εμένα. Ίσως ακριβώς ζητάω τους δύσκολους έρωτες, ζητάω τις δύσκολες σχέσεις. Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν τα όρια του έρωτα και της ιστορίας σ’ ανθρώπους που δεν το συνειδητοποιούνε και σ’ ανθρώπους που συνειδητοποιούνε. Ίσως εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι άγρια αυτά τα όρια.
Το ταξίδι μετράει βεβαίως. Η ιστορία μας και η ζωή μας όλη συμπυκνώνεται πάνω σ’ αυτό το έπος της Οδύσσειας. Έτσι δεν είναι; Είναι αυτό το ταξίδι για το οποίο λέει κι ο Καβάφης αρκετά χρόνια μετά από τον Όμηρο. Αυτό μετράει. Δηλαδή είμαι πεισματάρης, επαναλαμβάνω πάλι και πάλι. Κι όταν βάλω κάποιο στόχο θα τον πετύχω, ή τουλάχιστον θα φάω το κεφάλι μου, θα προσπαθήσω όμως να τον πετύχω. Είπαμε, τώρα η Αίγυπτος μου μαθαίνει να είμαι πιο σοφός και να δέχομαι ίσως περισσότερο την αποτυχία. Ίσως αυτό, δεν ξέρω, μου διευκολύνει τη ζωή μου, μπορεί να την κάνει και λιγότερο πλούσια. Ξέρεις, έχω γνωρίσει τελευταία περιπτώσεις ανθρώπων με μεγάλα προβλήματα, οι οποίοι πήγανε σε γιατρούς, πήγαν από δω, πήγαν από κει, γιατρεύτηκαν λέγεται ψυχικά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή η γιατρειά είναι μια πραγματική γιατρειά. Χρειάζεται αυτή η ανάγκη του να φτιάξεις κάτι άλλο, έστω κι αν αυτή η ανάγκη σε κάνει όχι ευτυχισμένο αλλά δυστυχισμένο. Γιατί μια ευτυχία αλλιώτικη είναι μια ευτυχία του ύπνου και της ανυπαρξίας, ενώ το άλλο είναι η ύπαρξη με τις δυσκολίες της, τις στιγμές αυτές που η παράδοσή μας ονομάζει πολύ ωραία «σταυραναστάσιμες», με το σταυρό της κάθε μέρας και την Ανάσταση, που είναι μία βέβαια μέρα της εβδομάδας ή μία μέρα του χρόνου, η Λαμπρή του Πάσχα, αλλά είναι η καθοριστική μέρα, είναι το κέντρο του κόσμου. Αυτό κάπου βρίσκεται και στην αρχαία τραγωδία. Αλλά ακόμα πιο πολύ βρίσκεται στην καινούρια τραγωδία που είναι η Ορθοδοξία μας. Κατά κάποιον τρόπο είναι κι αυτή μια τραγωδία. Επικαθορίζονται όλα από τη στιγμή της νίκης του ανθρώπου. Και γι’ αυτήν πολεμάμε, αλλά και για την άλλη μεριά. Και για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της μη νίκης. Της αποτυχίας μας. Όταν δεν είναι δυνατή η επιτυχία.
Από το βιβλίο του Κωστή Μοσκώφ Στα Όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (Ιανός, 1997)

http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

Μέμνησο ότι άνθρωπος εί

manolis' pic

Posted on November 6, 2015 by Raskolnick

Ο Φίλιππος Β΄ o Μακεδών (382 – 336 π.Χ.) ήταν ο βασιλιάς που έκανε τη Μακεδονία ισχυρό κράτος. Ένωσε υπό την ηγεμονία του τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη και επί της ουσίας προετοίμασε την κατάκτηση της Περσίας και του μεγαλύτερου μέρους του τότε γνωστού κόσμου από τον Μέγα γιο του, τον Αλέξανδρο.
Λέγεται ότι ο πανίσχυρος Φίλιππος της Μακεδονίας, είχε δώσει μια πάγια εντολή στον πιο έμπιστο δούλο του, αυτόν που μια ζωή μισοκοιμόταν έξω από την πόρτα του ηγεμόνα σαν πιστό σκυλί για τις ανάγκες της νύχτας και που ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αντίκριζε ο βασιλιάς με την τσίμπλα στο μάτι.

Αντί για καλημέρα, ο δούλος είχε εντολή να λέει στον αγουροξυπνημένο αφέντη του:”Μέμνησο ότι άνθρωπος εί”. Να θυμάσαι ότι είσαι άνθρωπος, που πάει να πει.

Η φράση μας έμεινε στην καθομιλουμένη γλώσσα -και τη θυμήθηκα στην πιο απλή και πιο κυριολεκτική της έννοια, διαβάζοντας κάποιες πληροφορίες για τον φράχτη του Έβρου. Μια συγκλονιστική περιγραφή για την αποτελεσματικότητα του σιδερένιου φράχτη, που στο μυαλό μας οι περισσότεροι τον είχαμε, ίσως, ως έναν απλό, αλλά αποτελεσματικό κοτόσυρμα που στήθηκε για να εμποδίζει την είσοδο στις ροές των απελπισμένων. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα ανθρωποφάγο μηχανικό τέρας. Πραγματικά αξίζει να διαβαστούν οι λεπτομέρειες, για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.

Εν τω μεταξύ, με είχε πολύ ξενίσει η προηγούμενη δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού, ο οποίος υπερασπιζόμενος τη χρησιμότητα του επονείδιστου φράχτη κι αναφερόμενος στους πολέμιούς του, στους οποίους μέχρι προ ολίγου συγκαταλεγόταν κι ο ίδιος, είπε χαρακτηριστικά: “Φαίνεται καλή ιδέα (σ.σ. η κατάργηση του φράχτη) για εκείνους που δεν έχουν ιδέα, που δεν γνωρίζουν ότι υπάρχουν νάρκες στον Έβρο”.

Τι αφελής δήλωση, σκέφτηκα, ακούγοντάς τον να την εκστομίζει. Κι ας μην έχω ούτε εγώ ιδέα, υπολόγισα με το φτωχό μου το μυαλό ότι δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν νάρκες στη συνοριακή γραμμή του Έβρου. Αν υπήρχαν νάρκες, δεν θα υπήρχε λόγος, εξ αρχής, να έχει στηθεί εκεί αυτός ο φριχτός φράχτης. Πράγματι, τα στοιχεία ήρθαν από τους 1101, για να επιβεβαιώσουν την ανοησία της πρωθυπουργικής δήλωσης, αφού τεκμηριώνεται ότι νάρκες δεν υπάρχουν στον Έβρο!

Τι να πει κανείς? Γιατί άραγε αυτή η υποκρισία, όταν στα νερά του Αιγαίου πελάγους πνίγονται παιδιά για να πλουτίζουν οι δουλέμποροι της Ανατολίας κι οι όμοιοί τους, οι Έλληνες μαυραγορίτες?

Φτάνουν άραγε τα κακοτραβηγμένα ενσταντανέ με τις τρεις λεσβίες γιαγιάδες που ταϊζουν με το μπιμπερό το προσφυγόπουλο, για να απαλυνθεί ο πόνος των κατατρεγμένων? Ασφαλώς και όχι!

Πώς μπορεί να αντιληφθεί ένας απλός άνθρωπος με σώας τας φρένας, τους λόγους για τους οποίους ο απαίσιος φράχτης δεν έχει ήδη μετατραπεί σε καυτό σημείο υποδοχής των προσφύγων? Ακόμα χειρότερα, αδυνατεί να διανοηθεί ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτό το διαβολικό εργαλείο προορίζεται να παραμείνει, πρωτοδεύτερη φορά αριστερά, ως έχει: μια ανθρωποφάγος μηχανή, προορισμένη να κάνει κιμά την ανθρώπινη σάρκα και να ακυρώνει όνειρα και ζωές.

Αλήθεια, πώς να καταλάβει ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, μετά από όλες αυτές τις εκατοντάδες των πνιγμένων παιδιών, τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται ακόμα να βουτούν στη μανιασμένη θάλασσα του Αιγαίου οι απελπισμένοι?

Πώς μπορεί να εκλάβει μια ολόκληρη κοινωνία τον λόγο ενός ανθρώπου που είναι επιφορτισμένος με τον ρόλο ενός πρωθυπουργού που ευαγγελίζεται το διαφορετικό και που θέλει να θεωρείται ηγέτης, όταν αυτός ψεύδεται ανοήτως -επειδή το ψεύδος είναι αυταπόδεικτο- αλλά και αλόγως -αφού η λογικότερη λύση θα ήταν η διοχέτευση των μεταναστευτικών ροών στα σύνορα του Έβρου, όπου η μεταχείριση θα ήταν ευχερέστερη και ασφαλέστερη για την ασφάλεια των κατατρεγμένων?

Ερωτήσεις, χωρίς απαντήσεις –κι έτσι πορευόμαστε με τις αδικοχαμένες ψυχές κάθε μέρα να μεγεθύνουν την εκατόμβη τους.

Κρίμα που ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έχει δίπλα του κι αυτός έναν παρατρεχάμενο να του ψιθυρίζει κάθε πρωί στο αυτί, να θυμάται κι αυτός να είναι άνθρωπος.

Διότι, κι αν ακόμα δεν έχει ιδέα για τι μιλάει μερικές φορές, αν δεν ξεχνούσε ότι είναι άνθρωπος, σίγουρα θα απέφευγε τέτοιες κακοτοπιές που μόνο προσθέτουν πόντους ντροπής στην εθνική μας αξιοπρέπεια και που κάθε μέρα κοστίζουν ακόμα περισσότερες ζωές. Χαμένες ζωές που κάνουν τον πρωθυπουργό να φαντάζει τόσο τραγικά αδύναμος και τόσο απογοητευτικά μικρότατος στα μάτια μιας κοινωνίας που, κατά τα άλλα, δηλώνει ευχαριστημένη από τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος, ρίχνοντας ταυτόχρονα και ποταμούς κροκοδείλιων δακρύων στη θέα των φωτογραφιών των ξεβρασμένων στις ακτές πτωμάτων.

Η φωτοσύνθεση είναι από την OKTANA

https://raskolnick.wordpress.com/2015/11/06/humane/

NYSSA BOOTH — Writing Through Fences

Hani-476x317

BY NYSSA BOOTH

This October, Australia’s largest performing writers program, Word Travels’ Story Fest, is taking on the international conversation surrounding refugees. For most Australians it is impossible to understand what it is like to have to flee your home country, blinded to what the future may hold.

Through the power of creative writing, Story Fest provides a voice to those who have transformed their challenges into influential stories, and is a platform to discuss past experiences with passion, vulnerability and raw authenticity.

The weekend extravaganza will consist of multiple poetry slams, forums, discussions and a special event entitled Writing Through Fences, which will open the Australian Poetry Slam National Final at the Sydney Opera House.
Featuring three refugee poets who sought asylum in Australia, Writing Through Fences is sure to spark heartfelt discussion among the audience and other competing poets. “You will hear from people who have travelled through the darkest places in the human psyche and have found poetry to guide them to sunlight,” said Creative Director of Word Travels, Miles Merrill.

Hani Aden is a Somali writer, who wrote from Christmas Island where she was held for 13 months. During her time in detention, Aden reached to poetry as an outlet to express her emotion and pain. “I thought expressing myself through the power of poetry and storytelling was the only way many of us could walk free in this land,” she explained. Aden is performing alongside Yarrie Bangura, a young refugee, who as a child fled civil war in Sierra Leone; and Kaveh Arya, who fled Iran and became a refugee in Turkey, until he and his family migrated to Australia in 1995.

While all three poets grew up surrounded by war and danger, they agree that by sharing their stories they are bringing to light the social and cultural issues that surround refugees and seeking asylum.

“I want to let many people know seeking asylum is not a crime,” said Aden. “Together we can make change because [it is] kindness [that will] keep the world afloat.”

“I think that’s a constructive way of drawing attention to a real problem, to a real situation which we are faced with in the world, as you know, the refugee crisis is evermore alive now,” said Kaveh Arya.

Arya grew up reading from one of the only books his parents kept – a book of poems. “It was one of the only books, that they kept, that I could actually read and sort of connect to, so I started reading that book at a young age and I fell in love with poetry that way,” he explained.

In his work, poetry is an afterthought. Instead Kaveh chooses to focus on his life experiences as the primary objective, which provide a unique and effective contribution to the international conversation surrounding human rights and refugees.

As a child, Yarrie Bangura fled from her home in Sierra Leone to Guinea, where she lived in a refugee camp with her family before migrating to Australia in 2004. For Yarrie, writing best expressed her pain and enabled her to escape all the terrible things from her past. “I felt like I always had to talk about my pain,” she explained. “I had to find another way to express my pain, which was through music and creative writing – poetry.”

Bangura writes short autobiographical poems and stories, and is one half of the band Sierra Sisters, whose music has featured on several commercials and Triple J Unearthed. Her work reflects the terrifying experiences that haunt her past, and bring to light the issues that many refugees are facing today.

“I never thought that it would get to that length, that people would be interested,” said Bangura. “I was doing it because it made me feel good and it was letting out and chucking away the things that I don’t want to remember anymore in my life – or at least I don’t want to deal with.”

Writing Through Fences is opening the Australian Poetry Slam National Final, one of the most anticipated events in Sydney’s literary and performance calendar. Over the weekend, 20 of Australia’s finest poets will speak, scream, whisper and shout their way to being crowned Australian Poetry Slam Champion.

The Story Fest will also include children’s activities ranging from workshops and events in which they will learn the art of creative writing.

Word Travels’ Story Fest, and Writing Through Fences in particular, is a not-to-be-missed opportunity to immerse yourself in eye-opening and inspirational, truth-telling tales. The festival will provide a new perspective of life, and the ongoing, international issues surrounding refugees. (NB)

WORD TRAVELS’ STORY FEST
Oct 9–11. Info: wordtravels.info/story-fest

AUSTRALIAN POETRY SLAM NSW FINAL
Oct 9, 8pm. Sydney Dance Lounge, Pier 4/5, Hickson Rd, Sydney. $30+b.f.

Tickets: eventbrite.com.au

City Hub’s pick of the festival:
AUSTRALIAN POETRY SLAM NATIONAL FINAL feat. WRITING THROUGH FENCES
Oct 11, 7pm. Drama Theatre, Sydney Opera House. $36-$44+b.f. Tickets: sydneyoperahouse.com

Follow Kaveh Arya at: facebook.com/kaveh.theunlikelypoet

*From http://www.altmedia.net.au/word-travels-story-fest-writing-through-fences/110534

Thucydides: Melian Dialogue

Wrath_of_Achilles2

In his 2012 book, On Politics, political historian Alan Ryan reflects on the conflict between Athens and Melos during the Peloponnesian War – “It is famous as the worst atrocity committed by a usually decent society, but even more as one of the most famous assertions in history of the rights of unbridled power.” In this video, we will explore the encounter between the Political Realism of Athens and the Political Idealism of Melos.

The Peloponnesian War was fought by the Athenian empire against Sparta’s Peloponnesian League from 431-404 BC. Melos was a small island that wished to remain neutral during the war. The Athenians threatened to destroy Melos unless it became an ally of Athens and paid tribute. Despite the threats, Melos refused to agree to the Athenian terms. As a result, Athens slaughtered all Melian men of military age, and enslaved all of the women and children.

In the ancient Greek historian Thucydides’ account of the War, he imagines the dialogue that took place between the Athenian and Melian ambassadors before the battle. The Melian ambassadors assert that though they are weaker than Athens, they will prevail against them with the help of the gods because the Athenians are unjustly abusing their power. “We trust that the gods may grant us fortune as good as yours, since we are just men fighting against unjust.”

The Athenians retort that both gods and men respect only one thing – power. “Of the gods we believe, and of men we know, that by a necessary law of their nature they rule wherever they can. And it is not as if we were the first to make this law, or to act upon it when made: we found it existing before us, and shall leave it to exist forever after us; all we do is to make use of it, knowing that you and everybody else, having the same power as we have, would do the same as we do.”

The political policies of Athens and Melos illustrate the competing theories of Political Realism and Political Idealism. Political Realists believe that maintaining power and acquiring more power are and ought to be the primary motivations of States. Questions of morality are secondary to this pursuit of power. Political Idealists, on the other hand, believe that human beings are naturally altruistic and that questions of morality ought to be a primary consideration in forming the policies of a State.

It is important to note that Political Idealists are not pacifists. Melos chose to go to war rather than to accept Athens’ terms of peace. The difference between Athens and Melos is the motivation behind their actions. Athens was motivated by the maintenance and acquisition of power while Melos was motivated by purely moral sentiments.

Ultimately, the victory of Realism over Idealism, or vice versa, is dependent upon the military strength of the States that embrace each theory. In this case, Athens possessed military superiority over Melos, and utterly defeated the small island nation. In World War II, however, Idealism achieved a victory over Realism because the Allied Powers – who were primarily motivated by moral sentiments – possessed military superiority over the Axis Powers – who were primarily motivated by a desire for power.

To conclude, the clash between Athens and Melos during the Peloponnesian War has much to teach us about international affairs and the competing theories of Political Realism and Political Idealism. History has demonstrated that the victory of one theory over the other is dependent upon the military strength of the States in conflict. Thucydides’ account of the Peloponnesian War provides a concise expression of this harsh fact: “The strong do what they can and the weak suffer what they must.”

Source: Thucydides: Melian Dialogue

SEVEN NOCTURNAL HEPTASTICHS//TRANSLATED BY MANOLIS ALIGIZAKIS

elyths

SEVEN NOCTURNAL HEPTASTICHS

VI

Unfathomable night bitterness with no end
sleepless eyelid
pain is burnt before sobbing
loss bends before is weighed

moribund ambush
when the syllogism of its futile meander
is shattered on the apron of its destiny

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

καρτέρι μελλοθάνατο
σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται

~ ORIENTATIONS, Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis
~ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Οδυσσέα Ελύτη, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby poems by Manolis Aligizakis

Chthonian Bodies_cover_Oct2.inddtrunk

HYMNIST

I evoke the Great Spirit
to descend to my essence
ally to my ethos and

I hymn the character of man who
suddenly sprang out of my body

the head of beast to decorate
with roses and carnations
with fragrance the Gates of Heaven

to open and enter barefoot
pure as in his dream
rascal of weather and song

as he was on Earth and
in the hatred of their primeval God
men of the boats who boasted
about their shallow knowledge

let them be satisfied in
their sweet ignorance and

let me dwell in my aloofness
lonely lover of the breeze
ΥΜΝΗΤΗΣ

Το Μεγάλο Πνεύμα επικαλούμαι
στο είναι μου να εισχωρήσει
σύμμαχος του ήθους μου

κι υμνώ το χαρακτήρα του ανθρώπου
που απ’ την ύπαρξή μου ανάβλυσε
την κεφαλή του κτήνους να κοσμίσει

με ρόδα και γαρύφαλλα
και μ’ ευωδία την Πύλη Παραδείσου
ν’ ανοίξει ο άνθρωπος ξυπόλητος να μπει

σαν και στο όνειρό του αγνός
παιγνίδι του καιρού και τραγουδιού
που έζησε πάνω στη Γη

και στο προαιώνειο μίσος του Θεού
φονιάδων που με καράβια ήρθαν
με την επιφανειακή τους γνώση
στην άγνοιά τους ας είναι ευτυχισμένοι

κι εγώ ας παραμείνω απόμακρος
μονιάς της αύρας εραστής

CHTHONIAN BODIES, paintings by Ken Kirkby, Poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015

EROTICISM and MANOLIS ALIGIZAKIS

11753692_144624882536479_6748902548484954914_n

EROTICISM IN THE POETRY OF MANOLIS ALIGIZAKIS

The poet Manolis Aligizakis has familiarized himself with the tragedy by seeing life through the multi-faceted lens of observation and by living experiences that gave him the ability to perceive first-hand the injustice, exploitation, greediness and the various expressions of violence. Unquestionably the ugliness of this world saddens him like a wound that doesn’t heal. When he feels uncertain with himself and divided in two we find in his poetry a messianic sense that leads him to wish to change the world and make it better free of all ugliness and lawlessness. However he has no illusion that idealism, visions and civility are things easily accomplished. If great gestures and practical action retreat before the opposition, at least what one can achieve through messianic ideas is the beauty through poetry that brings harmony, enjoyment and ultimately truth.
Can Manolis channel beauty as easily as he describes it in his verse? “an old time leader/like an anointed and pious/a musical instrument of free flowing innocence/ready to speak with words that relieve the pain and free the spirit?” Yes and his main tool is his first hand experience of the power of Eros. His psychological makeup draws and transmits authenticity and felicity based on his adoration of and being adored by feminine figures sensual and provocative exposing him into an ecstatic transcendence through their lusting bodies and their devoted deep love and understanding. It’s obvious he finds his contention in being passionately in love with his beloved.
He doesn’t hide that before he was born he wanted to become “a festival song/a bird’s flutter/an evening vesper/a simple sigh/that will scar the lips of his beloved.” If he feels powerless before the inconceivable and undefined Fate, he declares a woman’s embrace invites him and he likes to give in to her passion: “obscure and vague circle/forever indeterminable/and this, the command/and this, the obedience/and this, the orgasm/ and this, the Eros/and this is you.” He feels that being favored by Eros he diffuses his fiery passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and of the true emotions of love he hands down delight and exhilaration of the soul.
Idealism as well as pragmatism, messianism but also tradition in the languor of the senses, love affairs devoted to the ephemeral satisfaction and erotic drunkenness compose the variations of his vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to craft evocative imagery in a personal way the poet introduces us in what constitutes the most brilliant expression of his innermost thoughts and beliefs opposite the world of his time and age.
In his book “Ubermensch” his eroticism is somewhat subdued although is part of Manolis’ imagery along with his messianism which is the main stigma Manolis introduces us to in his very first poem.
….truly we
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter.
….while fear, I would say,
was hidden deep in our hearts.
….and in an eyrie we filled our chalice
with courage and we mailed it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.
The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.
Evoe, oh, free elements, evoe.
A big part of the western philosophy since the end of Medieval Times doubted the existence of God although that doubt was subdued concealed because of the fear of the church. Only Nietzsche dared stand up and declare the death of God and in its place he proposed the Ubermensch-Superman. Manolis’ poetic vision in in his book Ubermensch is based upon this daring mind of the German philosopher. However who is Ubermensch? What values does he promote for the tormented world? These questions find their answers in this poetry collection which is a way of initiation for encouragement and exaltation. Ubermensch is the great initiate who guides man onto a long and tiring process that will free his soul from the clutches of dogmas thus hoping to contribute to his happiness. He evangelizes man’s rebirth and renewal through gaining free will which is the basis of every spiritual lifting in this earthly life, the only one we have, while the metaphysical hope of the Christian after life is negated.
Free will leads to search, doubt, continuous quest for knowledge, to the brotherhood of men for a more just and more sunlit world, fundamentally it leads to an effort to make the conditions of life better based on self- knowledge and virtue. On the other hand earthly enjoyment shouldn’t be put aside. The Apollonian spirit has to walk parallel to the Dionysian revelry. Dancing, music, poetry possess a central role in the philosophical exaltation Ubermensch proposes. He prompts us to enjoy the delightful aspect of life, to taste it with all our senses. Drunkenness through joy empowers the spirit to endure the arduous path toward philosophy and virtue.
Manolis Algizakis has no illusions that the gaining of free will and spirit is an easy path to follow, it does demand spiritual strength and as an introduction to this poetry book he declares quite clearly:
“For those who dare melt into the concept of freedom and for an infinitesimal fraction of time they can claim: freedom I am. This book is not for the faint-hearted. Dare to read.”
For this poet, the initiates and initiated, the rope walkers and the Ubermenschen resemble a tree that grows and stares the ever brilliant sun while their limbs root deep into the abyss. They have to follow this inescapable duality in order to succeed in the battle of man against the beast.
~ALEXANDRA BAKONIKA, poetess, review written for the magazine ENEKEN, Salonica-Greece, autumn 2014.
~ http://www.apostaktirio.gr
ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης έχει εισχωρήσει στην τραγικότητα της ζωής μέσα από ποικίλες, πολυσήμαντες κι έντονες εμπειρίες που του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να βιώσει από πρώτο χέρι την αδικία, την εκμετάλλευση, την απληστία, τις ποικίλες εκφάνσεις της βίας. Αναπόφευκτα η ασχήμια αυτού του κόσμου τον θλίβει σαν μια πληγή που δεν κλείνει. Όσο κι αν αισθάνεται ότι ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του είναι ανασφαλής και διχασμένος, υφέρπει ένα είδος μεσσιανισμού στην ποίησή του, που σημαίνει ότι θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον πλάσσει καλύτερο, απαλλαγμένο από κάθε σπίλωμα ασχήμιας και ασυδοσίας. Όμως δεν τρέφει αυταπάτες ότι τα ιδεαλιστικά οράματα είναι ευγενικές προθέσεις που δύσκολα πραγματοποιούνται . Αν οι μεγάλες χειρονομίες μέσα από σχέδια έμπρακτης δράσης οπισθοχωρούν, τουλάχιστον εκείνο που μπορεί να προσφέρει ο μεσσιανισμός του είναι η ομορφιά μέσω της τέχνης της ποίησης που φέρνει την αρμονία, την τέρψη, τη γνώση, τη σοφία και σε τελική ανάλυση την αλήθεια.
Θα αναλογιστεί κανείς αν ο ποιητής Αλυγιζάκης έχει τις δυνατότητες να διοχετεύσει ομορφιά, όπως ακριβώς το περιγράφει στους στίχους του: «σαν ηγέτης παλιάς εποχής, ως χρισμένος ευλαβής, ως μουσικό όργανο γαλήνης με τέλεια ροή αθωότητας/ έτοιμος να μιλήσει με λέξεις που απορροφούν τον πόνο κι ελευθερώνουν το πνεύμα». Οι δυνατότητές του βασίζονται στο πλούσιο μερτικό που έχει στον έρωτα. Ο ψυχισμός του αντλεί και εκπέμπει γνησιότητα κι ευδαιμονία λατρεύοντας και λατρευόμενος από γυναικείες μορφές αισθησιακές, προκλητικές, που τον εκτοξεύουν με τη λαγνεία τους αλλά και με την αφοσιωμένη αγάπη τους σε μια εκστατική υπέρβαση. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλυγιζάκης βρίσκει την ολοκλήρωση του όντας ερωτευμένος παράφορα με την αγαπημένη του. Ούτε στιγμή δεν κρύβει ότι πριν καν γεννηθεί, ο προορισμός του ήταν να γίνει «τραγούδι του πανηγυριού, πουλιού πέταγμα, εσπερινής ακολουθίας ύμνος, απλός αναστεναγμός, που θα βάψει τα χείλη της αγαπημένης του». Αν νιώθει αδύναμος μπροστά στο απροσδιόριστο κι αδιευκρίνιστο πεπρωμένο, δηλώνει ότι η γυναικεία αγκαλιά τον καλεί, και παράφορα της παραδίνεται. Διαβάζουμε στίχους του για την αγαπημένη: « σε σχήμα κύκλου το άπειρο/αιώνια απροσδιόριστο/ και αυτό η διαταγή/ και αυτό η υποταγή/κι αυτό ο οργασμός/ και αυτό ο έρωτας/ κι αυτό είσαι εσύ». Ο Αλυγιζάκης ως ευνοημένος από τον έρωτα διαχέει την πλησμονή του πάθους και γεμίζει με φως την ερωτική του ποίηση. Ως ανδρείος της ηδονής, των αισθήσεων και των γνήσιων αισθημάτων αγάπης μεταλαμπαδεύει ευφροσύνη κι αγαλλίαση ψυχής.
Ιδεαλισμός αλλά και πραγματισμός, μεσσιανισμός αλλά και παράδοση στη αποχαύνωση των αισθήσεων, έρωτες προσήλωσης αλλά και έρωτες εφήμερης μεθυστικής λαγνείας συνθέτουν τις εναλλαγές περιεχομένου στο έργο του. Διαθέτοντας ώριμη έκφραση έμπειρου τεχνίτη που διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία το λόγο, ο ποιητής μάς εισάγει σε ό,τι αποτελεί την αυθεντικότερη έκθεση του εσώτερου εαυτού και της στάσης του απέναντι στον κόσμο και την εποχή του.

Στη συλλογή του « Υπεράνθρωπος» ο ερωτισμός του περιορίζεται αρκετά, χωρίς, βέβαια, να παύει να δίνει ουσιαστικό τόνο. Ο μεσσιανισμός επανέρχεται ισχυρότερος και αφήνει το έντονο στίγμα του. Από το πρώτο κιόλας ποίημα διαβάζουμε τους καίριους στίχους:
Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο θεός μας. Τον θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, χωρίς κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι νιώσαμε
………………………..
ενώ ο φόβος θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
……………………………………………………………………….
κι εμείς μες στη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας εκτοξεύσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.
Ευοί,ω, λεύτερα στοιχεία, ευοί.
Ένα μεγάλο μέρος της δυτικής φιλοσοφίας από το τέλος του Μεσαίωνα και μετά αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού, όμως το έθετε υποδόρια, φοβόταν την ξεκάθαρη έκθεση. Εκείνος που ρητά δεν δίστασε να το δηλώσει ήταν ο Φιλόσοφος Νίτσε, ο οποίος στη θέση του νεκρού Θεού πρότεινε τον Υπεράνθρωπο. Πάνω σε αυτό το τόσο τολμηρό πιστεύω του Γερμανού φιλόσοφου στηρίζει το ποιητικό του όραμα σε αυτή τη συλλογή ο Αλυγιζάκης. Όμως τι είναι ο Υπεράνθρωπος, τι πρεσβεύει ως αξίες, ποιος είναι ο στόχος του και τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει στην βασανισμένη ανθρωπότητα; Όλα αυτά τα ερωτήματα ποιητικά βρίσκουν τις απαντήσεις τους μέσα στην συλλογή, που είναι ένας τρόπος μύησης για ανάταση και αναπτέρωση. Ο Υπεράνθρωπος είναι ο μέγας μύστης που καθοδηγεί σε μια μακρά και επίπονη διαδικασία απελευθέρωσης της ψυχής από τα δεσμά των θεσμικά κατοχυρωμένων θρησκειών με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ανθρώπου. Ευαγγελίζεται την αναγέννησή μας μέσα από την απόκτηση ελεύθερης βούλησης, που είναι η βάση για την πνευματική ανύψωση σε αυτόν τον γήινο κόσμο, τον μοναδικό, άλλωστε, που έχουμε, καθώς οι μεταφυσικές ελπίδες για ουράνιους παραδείσους αναιρούνται.
Η ελεύθερη βούληση οδηγεί στην έρευνα, την αμφισβήτηση, την συνεχή αναζήτηση της γνώσης, στη συναδέλφωση των ανθρώπων για δικαιότερο και φωτεινότερο κόσμο, ουσιαστικά για μια προσπάθεια να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους βασιζόμενοι στην αρετή και την αυτογνωσία. Παράλληλα η γήινη χαρά δεν πρέπει να παραμερίζεται. Το απολλώνιο πνεύμα πρέπει να συμβαδίζει με τη διονυσιακή έκσταση. Ο χορός, η μουσική, η ποίηση κατέχουν κεντρική θέση στη φιλοσοφική ενατένιση που δίνει ο Υπεράνθρωπος. Μας προτρέπει να χαρούμε την ευφρόσυνη πλευρά της ζωής, να τη γευτούμε με όλες τις αισθήσεις μας. Η μέθη μέσα από τη χαρά δυναμώνει το πνεύμα για να αντέχει στη δύσκολη πορεία προς τη σοφία και την αρετή.
Ο Αλυγιζάκης δεν τρέφει αυταπάτες ότι η απόκτηση ελεύθερου πνεύματος απαιτεί τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, το παραθέτει στην αρχή της συλλογής του απροσχημάτιστα: «Γι’ αυτούς που τολμούν να λιώσουν μέσα στην έννοια της ελευθερίας και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μπορούν να πουν: ελεύθερος είμαι. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για λιγόψυχους. Όποιος τολμά ας διαβάσει». Για τον ποιητή οι μύστες και οι μυημένοι, οι σχοινοβάτες και οι Υπεράνθρωποι μοιάζουν με δένδρο που ψηλώνει και ατενίζει το υπέρλαμπρο φως του στον ουρανό, ενώ τα άκρα τους μέσα στην άβυσσο βαθειά απλώνουν ρίζες. Αυτή την αναπόφευκτη δυαδικότητα ακολουθούν προκειμένου να πετύχουν τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο κτήνος.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, ποιήτρια, Θεσσαλονίκη, 2014 για το ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 35

http://www.apostaktirio.gr