Tasos Livaditis//translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΠΑΝΑΡΧΑΙΗ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ

 

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα — και

μάλιστα χωρίς να `ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζιού —

κανείς; αστείοι που είμαστε — αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύχτα, στέκε-

ται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω πανουργίες

θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις, αλλά Εκείνος

με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να βρω μια υπεκφυ-

γή, μια διέξοδο…

Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και

άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδισε με

την καινούργια μέρα του.

 

 

 

ANCIENT CONTROVERSY

 

I mean to say that every night I had to gamble everything and

indeed with no one at the other side of the table — no one? How

funny are we — opposite me, there, every night God stood. I try to

escape Him; I device schemes, deadly sins, I think out of the world

thoughts but He claims the whole of me; I rage that I can’t find an

excuse, a way out.

Until dawn comes. Then I open the window and unconsciously

smile. God for another time has won me over with His new day.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Palatine Anthology/Παλατινή Ανθολογία

aaaa

Παλατινή Ανθολογία

Σελίδα του χειρογράφου της Παλατινής Ανθολογίας. Πρώιμος 10ος αιώνας. Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης.
Η Παλατινή Ανθολογία (Anthologia Palatina) είναι συλλογή αρχαίων και βυζαντινών[1] ελληνικών επιγραμμάτων της περιόδου από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ., που βρέθηκε σε χειρόγραφο το 1606 και θεωρείται ότι συντάχθηκε τον 10ο αιώνα με βάση την Ανθολογία του Κεφαλά. Μαζί με την Ανθολογία του Πλανούδη απαρτίζει τη συμβατικά ονομαζόμενη Ελληνική Ανθολογία.
Γενικά
Πρόκειται για πλουσιότατη ποιητική ανθολογία από 3.700 επιγράμματα 370 και πλέον ποιητών καταχωρισμένων σε δεκαπέντε κεφάλαια («βιβλία»). Βασίζεται σε συλλογή την οποία συνέταξε στις αρχές του δέκατου αιώνα ο Βυζαντινός κληρικός και λόγιος Κωνσταντίνος Κεφαλάς, βασιζόμενος σε αρχαίες συλλογές. Πήρε το όνομά της από την Παλατινή Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης στην οποία βρέθηκε το χειρόγραφο, ο κώδικας Palatinus 23, από τον Γάλλο λόγιο Σαλμάσιους (Claude de Saumaise). Σήμερα το μεγαλύτερο κομμάτι της βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης (MS Pal. gr. 23) και ένα μικρότερο στο Παρίσι (Par. Suppl. gr. 384).
Παλατινή Ανθολογία ή «Παλατινή ή Ελληνική Ανθολογία» ή «Ελληνική ή Παλατινή Ανθολογία» αποκαλείται εναλλακτικά και το σύνολο των ποιημάτων του Παλατινού χειρογράφου (της «Παλατινής Ανθολογίας» σύμφωνα με τον προηγούμενο ορισμό) με την προσθήκη των 400 περίπου ποιημάτων της Ανθολογίας του Πλανούδη ως 16ο βιβλίο, συνολικά περίπου 4100 επιγράμματα/ποιήματα. Σημειώνεται ότι ο ορισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με τον πρώτο ορισμό, κατά τον οποίο με τον όρο Παλατινή Ανθολογία αναφέρονται αποκλειστικά τα ποιήματα του Παλατινού χειρογράφου (και μάλιστα όχι κάποια που είναι γραμμένα εκ των υστέρων πάνω στο χειρόγραφο αυτό, δες παρακάτω για τη Συλλογή Σπ, στη σχετική παράγραφο).
Τέλος, σε έναν τρίτο ορισμό, από κάποιες πηγές ο όρος Παλατινή Ανθολογία είναι λίγο έως πολύ ισοδύναμος με τον όρο Ελληνική Ανθολογία. Σημειώνεται ότι ο ορισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με έναν από τους ορισμούς της Ελληνικής Ανθολογίας, σύμφωνα με τον οποίο Ελληνική Ανθολογία είναι το σύνολο των ελληνικών επιγραμμάτων και ποιημάτων, όχι μόνο από τις δυο συλλογές (Παλατινή και του Πλανούδη), αλλά και από πολλές άλλες πηγές.
Σημειώνεται λοιπόν ότι οι πηγές χρησιμοποιούν (είτε -σπανιώτερα- ρητά, είτε -συνηθέστερα- έμμεσα) κάποιον από τους παραπάνω τρεις ορισμούς, οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Στο παρόν κείμενο, περιγράφεται αναλυτικά η Παλατινή Ανθολογία κατά κύριο λόγο σύμφωνα με τον πρώτο ορισμό, δηλαδή αφορά περισσότερο το Παλατινό χειρόγραφο. Η Παλατινή Ανθολογία σύμφωνα με το δεύτερο και τρίτο ορισμό (είτε επιγράμματα από την Παλατινή και αυτή του Πλανούδη, είτε επιγράμματα από την Παλατινή και του Πλανούδη και από άλλες πηγές), περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο Ελληνική Ανθολογία.
Η αξία της Ανθολογίας είναι μεγάλη γιατί διέσωσε το ελληνιστικό επίγραμμα, σημαντικό είδος της ελληνικής ποίησης από τους Αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού. Μεγάλη επίσης είναι και η επίδραση που άσκησε στη δυτική φιλολογία.

Palatine Anthology

A page of the Palatine Anthology (Codex Palatinus 23), 10th century, from the Library of the University of Heidelberg as seeing above.
The Palatine Anthology (or Anthologia Palatina) is the collection of Greek poems and epigrams discovered in 1606 in the Palatine Library in Heidelberg. It is based on the lost collection of Constantine Cephalas of the 10th century, which has been composed using older anthologies. It contains material from the 7th century BC until 600 AD and later on was the main part of the Greek Anthology which included also the Anthology of Planudes and more material.
The manuscript of the Palatine Anthology was discovered by Saumaise (Salmasius) in 1606 in the Palatine library at Heidelberg (Codex Palatinus 23). In 1623, after the Thirty Years’ War, it was sent with the rest of the Palatine Library to Rome as a present from Maximilian I of Bavaria to Pope Gregory XV and it was kept in the Vatican Library. In 1797 it was taken to Paris by order of the French Directory and in 1816 it was returned to Heidelberg when the war ended, but one (smaller) part of it remained in Paris (Parisinus Suppl. Gr. 384)
The manuscript
The manuscript of the Palatine Anthology consists of 709 pages. The section of the manuscript which is kept today at the Library of the University of Heidelberg (MS Pal. gr. 23) consists of pages 1–614 and the other part which is kept at the Bibliothèque Nationale de Paris (Par. Suppl. gr. 384) consists of the rest 94 pages (pp. 615–709).
It was written by four scribes around 980. One of the scribes made comments and additions and part of the manuscript was corrected by a Corrector.
The scribes were the followings:
• scribe Α: pages 4–9.384.8
• scribe J: pages 9.348.9-9.563 (possibly Constantine the Rhodian)
• scribe Β: pages 9.564-11.66.3
• scribe Β2: pages 11.66.4-11.118.1
• scribe Β: pages 11.118.1-13.31
Scribe J made corrections to the text written by scribe A and at the end, a Corrector, C, made many corrections to the text of Α and J.
http://www.wikipedia.org

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

George Seferis’ Speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1963 (Translation)

I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language – and in return I express my gratitude in a foreign language.

I hope you will accept the excuses I am making to myself. I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century,

«We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath – and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence – and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom.

I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that language which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life’s ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired

Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence. In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.

~From Nobel Lectures, Literature 1901-1967, Editor Horst Frenz, Elsevier Publishing Company, Amsterdam, 1969

 

Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ την ἀπονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη

 

Τούτη την ώρα αἰσθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, η Σουηδικὴ Ἀκαδημία, έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μία γλώσσα περιλάλητη επὶ αιώνες, αλλὰ στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτὴ την υψηλὴ διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα -πρώτα απὸ τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μία χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ἀκρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρὸς ο τόπος μας, αλλὰ η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Η ἑλληνικὴ γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικὸ αὐτής της παράδοσης είναι η ἀγάπη της για την ἀνθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην ἀρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί απὸ τις Ερινύες.
Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πώς η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολὺ διαποτίσει την ελληνικὴ ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου. Κι ένας απὸ τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …». Αυτὸς ο άνθρωπος ήταν ἀγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλὰ στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικὸ το γεγονὸς ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση καὶ όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ένα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζοῦμε, ο τυραννισμένος απὸ το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τί θα γινόμασταν άν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ένας Θεὸς το ξέρει άν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω απὸ τούτο το τραπέζι, την πολὺ μεγάλη διαφορὰ ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης ἐπιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ᾿ ένα ἀρχαίο ελληνικὸ δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορὰ είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορὰ του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν᾿ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνὴ που ονομάζουμε ποίηση. Αυτὴ η φωνὴ που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμὴ απὸ στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νά ῾βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στοὺς πιο απροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αυτὴ δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρὰ μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιὲς όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν᾿ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτὴ τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδικὴ Ακαδημία που ένιωσε αυτὰ τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμὸς της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανὸς να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθὼς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτοῦ του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ᾿ αυτὸ τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν᾿ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτὴ του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλὴ λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλὰ τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οἰδίποδα.

http://www.wikipedia.org

ILLEGALITIES, BY KIKI DIMOULA–translated by Manolis Aligizakis

Kiki_Dimoula

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.

~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the Greek version of the poem: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.

NIKOS KAZANTZAKIS-ODΥSSEY

images ODYSSEY BY NIKOS KAZANTZAKIS Oh, Great Oriental Sun, golden cup of my proud mind slanting I like to wear you, wish to play and while you and I are alive that our hearts will rejoice. This Earth is good, it suits us, like a global grape it hangs, my God, in the blue air and shivers in the tempest nibbled by the spirits and by the birds of the winds let us nibble on it too that it will refresh our minds! ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου, αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω, όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας. Καλή `ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας! ~Translated by Manolis Aligizakis

NOSTOS and ALGOS (Nostalgia)

nostos and algos cover

FIRES

Ancient fires burning
still inside the temples
outside the porticos,

center of the agora
where an eloquent poet once

orated verses before
the paranoid oligarchy
expelled him from the city

images come to us
and nothing has really

changed over eons
except the invention

of bullets to speed
the process of apathy

ΦΩΤΙΕΣ

Προαιώνιες φωτιές καίουν
μέσα στους ναούς
κι έξω στα περιστύλια

και στο κέντρο της αγοράς
που κάποτε ο εύγλωτος ποιητής

πρίν τον εξωστρακίσει
η παρανοϊκη ολιγαρχία
απάγγελνε αιθέριες στροφές.

Εικόνες που έρχονται στη μνήμη
και τίποτα δεν έχει αλλάξει

μέσα στούς αιώνες
παρα η εφεύρεση της σφαίρας

που με ταχύτητα φωτός
κοσμει τη γενικήν απάθεια

~ Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012
~ Φυλλορροές, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2013

SEASONS 2/ΕΠΟΧΕΣ 2

93119261_134154321279

Seasons 2

III

Because you couldn’t decide to leave
because you didn’t feel guilty for any bitterness
because of some tears still fresh
for your old disease you don’t count on
stooped with no lamp over the night again
under the dead roofs of the city
longing for a dawn they had promised you
you’ve travelled for years yearning for a letter
-your viscera full of sins, the guilt-
a morbid extinguished date
no one met me like the past anymore
(nor anyone really longed for dawn)
the way I stayed too that night
foreign and forgotten by everybody
alone only with your company
-with you, being away for so long-
a real stranger in this old café
the way I was alone one night
in this old café
for the whole night in the sleepy café
for one night, in the dirty harbour of Pireus

~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Εποχές 2

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

KIKI DIMOULA-BY DEFAULT/ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ-ΕΡΗΜΗΝ

images

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ
Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.
~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the poem in Greek: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

Kiki_Dimoula

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.

ANGELOS SIKELIANOS, Lyric Life/ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Λυρικός Βίος

osios_loukas

ANGELOS SIKELIANOS, Lyric Life, Icaros, 1968

From the women of Steriu who gathered
at the monastery of Holy Loucas
to decorate the Epitaphios and
from all the dirge singers who
stayed in vigil until Holy Saturday night
who thought of — as sweetly as they sang ! —
that, under the flowers and the shimmering
enamel it was the flesh of dead Adonis
that went through such excruciating pain?
Because even pain
was among the roses and the Epitaphios lament
and the breaths of spring that
came through the church door grew new wings
from the miracle of resurrection and
the wounds of Christ resembling anemonies
by his feet covered with flowers and
their exquisite, their strong fragrance!

But during the night of the same Saturday
when they all lit their candles from
the one at the holy sanctuary to
the back end of the church, like a wave
the light reached the front door, they all
shivered when they heard among the
“Christ’s risen!” a sudden burst of a voice
yelling: “Georgena, Vangelis!”

There he was, the pride of the village, Vangelis
the dream of every girl, Vangelis
who they all thought was killed in the war; he stood
straight up by the church front door, with
a wooden leg, he wouldn’t come inside
the church, as they all with candles in their
hands looked at him, the dancer who shook
the threshing floors of Steriu, once his face
once his leg as if nailed on the threshold
and couldn’t come further in!

Then, let this verse be my witness—
this simple and truthful verse —
from the pew I was standing I
saw the mother to take off her kerchief
and dash with her head down and
embrace the leg, the wooden leg of the soldier —
and as I saw it my verse writes it here,
this simple and truthful verse —
and she cried out deep from her heart
the yell: “my jewel…my Vangelis!”

And let this verse be my witness
this simple and truthful verse —
they all stood behind her, all who had gathered
since the night of Holy Thursday,
with lullabies to lament for the dead
Adonis, hidden in the flowers, now
they burst out along with the mother’s
yell reaching to the pew I stood
and covered my eyes like a peplos!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Λυρικός Βίος, Ίκαρος, 1968

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα “Xριστός Aνέστη” μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!”

Kαι να, ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: “Mάτια μου… Bαγγέλη!”

Kι ακόμα, – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…

The source of the Greek version of this post : ~ http://www.cantfus.blogspot.gr

Sikelianos
BIOGRAPHY

Sikelianos was born in Lefkada where he spent his childhood. In 1900 he entered the Law School of Athens but did not graduate.

The next years he travelled extensively and devoted himself to poetry. In 1907, he married American born Eva Palmer. They married in America and moved to Athens in 1908. During that period, Sikelianos came in contact with Greek intellectuals, and in 1909 he published his first collection of poems, Alafroískïotos (The Light-Shadowed), which had an immediate impact and was recognized by critics as an important work. He also befriended fellow writer Nikos Kazantzakis, and in 1914 they spent forty days on Mount Athos, visiting most of the monasteries there and living the life of ascetics. The following year they embarked on a pilgrimage through Greece.
In May 1927, with the support of his wife, Eva Palmer-Sikelianos, Sikelianos held the Delphic Festival as part of his general effort towards the revival of the “Delphic Idea”. Sikelianos believed that the principles which had shaped the classic civilisation, if re-examined, could offer spiritual independence and serve as a means of communication among people.

During the German occupation, he became a source of inspiration to the Greek people, especially through his speech and poem that he recited at the funeral of the poet Kostis Palamas.

In 1949, he was a Nobel Prize for Literature candidate.

He died accidentally in Athens from inadvertently drinking Lysol after having requested Nujol (a medicine) in 1951.

~Wikipedia

SECOND ADVENT OF ZEUS

Hermes_Wallpaper_by_hameat

HERMES

First morning and he helped me find why

I was different
from the statue, tasty that
I was like the abalone.
Individuation
incarnation and
shiny pebbles
by the shore
naked Korae with
the sweetness of fresh grapes
during the summer eve
purple colored sighs and
the lone martyr I became as
I felt indisposed to uphold
blasphemies of the pious
thus I deleted their advise
and turned inward to my roots
the depth of this path to pass

to reach my catharsis
that the north wind
claimed my carcass
but not before
I defended the holy ground
my armor
the exquisite aroma of gardenia

gills of fishes full of bubbles
and small sponges
I pulled from
the bottom of the sea
another way
to cleanse the impurities
of my soul

ΕΡΜΗΣ

Πρώτο πρωί και με βοήθησε να καταλάβω

γιατί ξεχώριζα απ’ το άγαλμα
νόστιμος
που ήμουν σαν τη πεταλίδα.
Εξατομίκευση
ενσαρκωμένη
και στιλπνά βότσαλα
στην ακροθαλασσιά
γυμνές κόρες
με τη γλύκα του σταφυλιού
απόβραδο καλοκαιριού
μενεξελί στεναγμοί

ο μόνος μάρτυρας εγώ
απρόθυμος που ήμουν να κηρύττω
βλαστήμιες των θεοσεβών
κι έτσι διέγραψα τις συμβουλές τους
και στράφηκα στις ρίζες μου
του βάθους το μονοπάτι να διανύσω

για να φτάσω στη κάθαρση
που ο βοριάς
αξίωσε το πτώμα μου
μα όχι πριν
ν’ αμυνθώ το άγιο χώμα
μ’ όπλο
το υπέροχο άρωμα της γαρδένιας

σπάργανα ψαριών γιομάτα φυσαλίδες
και μικρά σφουγγάρια που έσυρα
απ’ το βυθό της θάλασσας
ήταν κι αυτό ένας τρόπος
να εξαγνίσω την ψυχή μου
απ’ όλες τις ατέλειες

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.