Achilles tending the wounded Patroclus


The Iliad in Classical Attic; sometimes referred to as the Song of Ilion or Song of Ilium) is an ancient Greek epic poem in dactylic hexameter, traditionally attributed to Homer. Set during the Trojan War, the ten-year siege of the city of Troy (Ilium) by a coalition of Greek states, it tells of the battles and events during the weeks of a quarrel between King Agamemnon and the warrior Achilles. Although the story covers only a few weeks in the final year of the war, the Iliad mentions or alludes to many of the Greek legends about the siege; the earlier events, such as the gathering of warriors for the siege, the cause of the war, and related concerns tend to appear near the beginning. Then the epic narrative takes up events prophesied for the future, such as Achilles’ looming death and the sack of Troy, prefigured and alluded to more and more vividly, so that when it reaches an end, the poem has told a more or less complete tale of the Trojan War. The Iliad is paired with something of a sequel, the Odyssey, also attributed to Homer. Along with the Odyssey, the Iliad is among the oldest extant works of Western literature, and its written version is usually dated to around the eighth century BC.[2] Recent statistical modelling based on language evolution has found it to date to 760–710 BC.[3] In the modern vulgate (the standard accepted version), the Iliad contains 15,693 lines; it is written in Homeric Greek, a literary amalgam of Ionic Greek and other dialects


The Wrath of Achilles (1819), by Michel Drolling


Η Ιλιάδα (Ιλιάς) είναι ένα από τα ομηρικά έπη, μαζί με την Οδύσσεια και σώζεται ολόκληρη στις μέρες μας. Η σύνθεσή της, που κατά την παράδοση έγινε από τον Όμηρο, τοποθετείται στον 8ο αιώνα π.Χ. και βασίζεται στην παράδοση προφορικής σύνθεσης και απαγγελίας ηρωικών ποιημάτων που είχε αναπτυχθεί τους προηγούμενους αιώνες. Το ποίημα, που περιγράφει κάποια γεγονότα του δέκατου και τελευταίου χρόνου της πολιορκίας της Τροίας (Ιλίου) από τους Έλληνες (Αχαιοί ή Αργείοι ή Δαναοί στο έπος), είναι γραμμένο σε δακτυλικό (ή ηρωικό) εξάμετρο σε μια έντεχνη ποιητική γλώσσα και έχει 15.693 στίχους


Achilles Slays Hector, by Peter Paul Rubens (1630–35).

Ψάλε μου, θεά την οργή του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, αυτή την καταραμένη οργή, που προξένεσε στους Αχαιούς αμέτρητες συμφορές κι έστειλε τις ατρόμητες ψυχές πολλών ηρώων στον Άδη, αφήνοντας τα σώματά τους βορά (τροφή) στα σκυλιά και στα όρνεα· αυτό ήταν το θέλημα του Δία από τότε που έπεσε μίσος για πρώτη φορά ανάμεσα στο βασιλιά γιο του Ατρέα και το θεόμορφο Αχιλλέα. Αρχή του ποιήματος είναι η μῆνις, η οργή του Αχιλλέα, μετά από διαφωνία με τον Αγαμέμνονα για τη διανομή των λαφύρων από τις μάχες, που οδηγεί στην αποχώρηση του Αχιλλέα από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Στην Ιλιάδα περιλαμβάνονται τα γεγονότα που ακολουθούν την αποχώρηση του Αχιλλέα και οι επιτυχίες των Τρώων, η είσοδος του Πάτροκλου στον πόλεμο με τον οπλισμό του Αχιλλέα, ο θάνατος του Πάτροκλου, η επιστροφή του Αχιλλέα στη μάχη για εκδίκηση, ο θάνατος του Έκτορα και η βεβήλωσή του από τον Αχιλλέα. Τέλος, η παράδοση του νεκρού Έκτορα στους Τρώες για την ταφή του. Τα επεισόδια που έχουν προηγηθεί στα δέκα χρόνια του πολέμου, καθώς και η προϊστορία του πολέμου, περιλαμβάνονται στα Κύπρια έπη, ενώ τα γεγονότα μετά την ταφή του Έκτορα μέχρι και την άλωση της Τροίας περιέχονται στα επόμενα έργα του τρωικού κύκλου, Αιθιοπίς, Μικρά Ιλιάς, Ιλίου πέρσις. Από τα κύρια χαρακτηριστικά της Ιλιάδας πρέπει ν΄αναφερθεί η μεγάλη συμμετοχή των θεών στα δρώμενα με αποτέλεσμα το έπος να αποπνέει μεγάλη θρησκευτικότητα, αφού οι θεοί παρεμβαίνουν στις διαφωνίες των ισχυρών προσώπων. Ο Απόλλωνας υπακούοντας στον αδικημένο Χρύση και ο Δίας στον Αχιλλέα στέλουν λοιμό στους Αχαιούς. Πρέπει και οι δυο να ικανοποιηθούν. Οι ήρωες του έπους είναι αληθινοί άνθρωποι, αγαπούν την πατρίδα τους, είναι γενναίοι, έχουν υψηλό φρόνημα, είναι ευσεβείς, πολλές φορές είναι ορμητικοί και κάποτε ιδιοτελείς και στο έπακρο φιλόδοι. Αγαπούν τους οικείου τους, αγαπούν επίσης τις τιμές και τον πλούτο και δεν αρνούνται τις τέρψεις και τις απολαύσεις της ζωής. Καθένας απ΄ αυτούς έχει τη δική του προσωπικότητα και κάποιοι ιδιαίτερο γνώρισμα, όπως συμβαίνει με τον Αχιλλέα, τον Οδυσσεά, τον Αγαμέμνονα ή Νέστωρα. Σαφώς επίσης διαγράφονται από τον ποιητή και οι γυναικείες μορφές, όπως η Ελένη, η Εκάβη, η Ανδρομάχη κλπ.





And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to set a date with Death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur


Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδεία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμη
κι εταχτοποίησα
το ραντεβού μου με το θάνατο
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια μάνας
νιογέννητη γιορτή
λάθος επιτρεπτό
δυο πόδια για να περπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σημάδια

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress




Τhe moment came when Hera ordered

to throw myself into
the darkness of the uterus

cell by cell
molecule by molecule
the concept of division
to define

I wasn’t that bad in my absence


the expressionist
the hedonist
the self- absorbed

the clown that I was
meant to become

after the cosmic
took charge
of my life


Κι ήταν η στιγμή που η Ήρα διέταξε

μέσα στης μήτρας
το σκοτάδι να ριχτώ

κύτταρο με το κύτταρο
μόριο με το μόριο
την έννοια διαίρεσης
να καθορίσω

τελικά δεν ήμουν κι άσχημος στην απουσία μου



ο γελωτοποιός
που μου μέλλονταν να γίνω

απ’ τη στιγμή
που ο συμβιβασμός
θα διεκδικούσε
τη ζωή μου

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

Hour of the Stars/Οι Ώρες των Άστρων



Οἱ λόχμες τῶν ἀξόδιαστων πόθων
καμαρώνουν τήν χήτη τοῦ λέοντα
τόν Αὔγουστο τόν σαραντάπηχο
ἐμπροστά στοῦ ἥλιου τό σπήλαιο
καί τίς ἁπλωμένες ἐλπίδες τῶν κήπων.


Thickets of unspent lust
admire the lion’s mane
during the forty yard August
before the cave of the sun and
the spread hope of the gardens

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis


Cloe and Alexandra_cover_aug265

Η τέλεια μέρα

Δεν ήταν η παραλία
Θεσσαλονίκη ξημερώματα
τόσο τέλεια ξεπλυμένη
στις αποχρώσεις της βροχής,
ούτε η θάλασσα
βραχνή, ορμητική
άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,
δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια
με την παχύρρευστη μοναξιά
του άδειου τους κενού,
ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα
ότι έστω για μια φορά
φορά πρώτη, φορά θάνατος
ήρθες μέσα μου
πίσω από την ψυχή,
κάτω από τα στόματα του κορμιού,
ήρθες και έμεινες.

Perfect Day

It wasn’t the seashore
of Salonica during the daybreak
so cleanly washed by
the hues of the rain
nor the sea
hoarse, violent,
wild lion with blue flames,
it wasn’t the benches in rows
with the fatty loneliness
of their emptiness,
it was that last night I dreamed
perhaps for once
for the first time, first time death
you entered my body
behind my soul
under the mouths of the body
you entered me and stayed.

Γλυκό απόγευμα

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.
Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.
Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

Sweet Afternoon

The shape of the square
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather
flood the sidewalks
leave no empty table.
The futility and sensual life of the city
drowned together, dissolved
into the sweet afternoon.
And yet it was inescapable.
Here, where beauty thickened
I entered in awe.

~ “Cloe and Alexandra”, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Tasos Livaditis_Vanilla


Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.


I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τασος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla

Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα
μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να
μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν
τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το
φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’
την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν
πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’
την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-
γη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί
μ’ έβλεπαν.


It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;
she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this
to us” she said; at the far end pale workers put together the big
stage of the circus
“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged
the lamp-post of the street
my young cousin was almost dead when I pushed her behind the
closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like
a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the
closet, half eaten by the mice
and it was the sixth day of creation
pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof
of the station
I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind
could see me.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Κωστή Παλαμά-Ασάλευτη Ζωή/Kostis Palamas-Motionless Life


Ἡ ἀσάλευτη ζωή

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.

καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.

Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια,
ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»

Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.

Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων,
τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!

Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι,
δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε,
κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης
μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»

Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

Motionless Life

And for the temple I struggled to create

a statue on this rock: my body,

to place it naked, and to spend my life

and to spend my life and never die

and I created it. And people, latest worshipers

before the badly dressed wooden statues

felt the thrill of anger and the shiver of fear

and saw the statue and I as combatants.

And they thrashed the statue and sent me to exile.

And to the foreign lands I led my steps

yet before it I offered a strange sacrifice

a grave I dug and deep into it I buried my statue.

And I whispered to it: “unseen spend your days

along with the roots and ancient ruins,

until your time comes, invincible flower that you are

the temple longs to dress your godly nakedness!”

And with its wide open mouth and with the voice of a prophet

the grave spoke: “No temple, nor podium, nor light, a waste.

For here, for there, nowhere your flower, oh, master craftsman!

Let it for ever vanish in the un-rummaged hole.

Let it never have its time! Yet if it appears

let the temple shine filled by the people’s statues

immaculate the statues and the all-great sculptors

come back, Oh phantasm, during the night of the tombs!

Today’s day came early, tomorrow’s will be late

the dream won’t rescue you, the dawn you wish will never come

with the longing of immortality you can’t reach, stay,

a hunter of the cloud, the Praxiteles of the shadow.

The present and tomorrow’s things, snares and seas, all

tools and tricky visions you drawn into

farther from your glory, single violet of the garden

and you will wither, understand it, and you will die.”

And I answered: “Let me wither and let me die!

Creator I also am with my mind and all my heart

let the tomb consume my flesh, my fast passing through

perhaps is worthy more than all these immortal.”

Κωστή Παλαμά-Ασάλευτη Ζωή/Kostis Palamas-Motionless Life

Translated by Manolis Aligizakis

Η Αρχαία μας Κληρονομιά ~Δημήτρη Καραλή Mar/6/2012

Μπορεί πλαστουργός να έπλασε την ανθρωπότητα, αλλά ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες όμως που την τελειοποίησαν γλωσσικά, επιστημονικά, πολιτιστικά, διανοητικά, συνταγματικά, καλλιτεχνικά και πνευματικά. Πριν από αυτούς η ανθρωπότητα ήταν απολίτιστη και βάρβαρη, ανήμπορη να συζεί ομαδικά με ελεύθερο δημοκρατικό πολίτευμα.

Φαίνεται μάλλον o Δίας γνώριζε την ικανότητα των Αρχαίων μας προγόνων να εκπολιτίζουν την ανθρωπότητα σωστά και τους ανέθεσε να τελειοποιήσουν το μεγάλο έργο του. Η αξιοζήλευτη πολιτιστική, καλλιτεχνική και πνευματοδιανοητική τους προσφορά είναι τόσο τεράστια, που αναρωτιέται κανείς σήμερα! Μήπως ήταν άραγε διαλεγμένη γενιά που ανάπλασε την ανθρωπότητα τόσο εκθαμβωτικά; Κοιτάζοντας γύρω στον Ελλαδικό μας χώρο σήμερα, σαστιζόμαστε με την σπάνια ομορφιά που άφησαν πίσω.

Θυμάμαι όταν στάθηκα για πρώτη μου φορά μπροστά στον Παρθενώνα στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα (50) κι ένοιωσα ένα ψυχικό ρίγος μέσα μου σαν τον στοχαστή ‘Renan’.  Παρά την τεράστια καταστροφή που υπέστη το θεανθρώπινο αυτό δημιούργημα ανά των αιώνων, εντούτοις αισθάνθηκα την ομορφιά του να παραμένει ακόμα άτρωτη μέχρι και σήμερα.

Σωστά ο Ruskin αποκάλεσε τον Παρθενώνα “immortal memorial of beauty” (αθάνατο μνημείο της ομορφιάς).

Ο Περικλής έλεγε ότι «Ο Παρθενώνας χαιρετά το πνεύμα και αγαλλιάζει τα μάτια και τις ψυχές του κόσμου καθημερινά».

Πλημμύρισα από απερίγραπτη χαρά και συγκίνηση βλέποντας μπροστά μου ένα τέτοιο σπάνιο ανθρωπινό δημιούργημα. Εκστατικός και έκθαμβος επαναλάμβανα νοερά τα λόγια του ‘Renan’.

«Όλος ο κόσμος τώρα, μου φαίνεται βάρβαρος μπροστά στο Ιερό τούτο μεγαλείο. Η ανατολή με την επιδεκτική απατηλή της τέχνη και η Ρωμαϊκή πιθηκομίμηση του Ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με μια πέτρα μπροστά στο μεγαλείο τούτο που ονομάζεται Παρθενώνας».

Ο Παρθενώνας, είναι το μοναδικό τέλειο δόγμα σήμερα στην υφήλιο που δεν έχει ούτε έναν άπιστο. Δεν εύρισκα κατάλληλη λέξη τη στιγμή εκείνη να εκφράσω την εσωτερική μου αίσθηση κοιτάζοντας το Ιερό τούτο δημιούργημα.

Η Αττική με την αιθέρια της λάμψη και τα αψηλά της κυπαρίσσια, συνδέονταν αρμονικά με το Ακροπόλειο μεγαλείο. Αποστομώθηκα ακαριαίως, λες και αντίκριζα ζωντανή την Θεότητα μπροστά μαρμαροντυμένη να αγγίζει γαλήνια την ψυχή μου.

Ο Πλατωνικός ορισμός για την τέλεια ομορφιά περιγράφεται ως:

«η λάμψη της αλήθειας»

Ο Παρθενώνας νομίζω έχει κάτι παραπάνω από αρχιτεκτονική ομορφιά, είναι η πλησιέστερη αποκάλυψη της Θεότητας στην ανθρωπότητα μέχρι σήμερα. Το Ακροπόλειο θαύμα δημιούργησε περισσότερο δέος μέσα μου, ακόμα κι απ’ τα άστρα στην Ναμίμπια έρημο όταν τα πρωτοαντίκρισα μονάχος κάποτε.

Οι αθάνατοι δημιουργοί της, Καλλικράτης, Ικτίνος και Φειδίας, δεν ήταν απλώς αξιόλογοι Αθηναίοι καλλιτέχνες, αλλά και σπάνιοι υπερφυσικοί δημιουργοί. Μια απερίγραπτη αγαλλίαση με περιτύλιξε ολόψυχα κοιτάζοντας τον Παρθενώνα που πουθενά αλλού δεν την αισθάνθηκα τόσο παρόμοια. Αναρωτιόμουν με πίκρα και απορία! Πώς τόλμησαν οι Τούρκοι να μετατρέψουν το παρθένο αυτό κτίσμα σε μπαρουτοθήκη, οι Βενετσιάνοι να τον βομβαρδίσουν, οι Άγγλοι να τον λεηλατήσουν και οι Χριστιανολάτρες να τον μετατρέψουν σε δογματική τους εκκλησιά; (παναγία Αθηνιώτισα). Πώς αποφάσισαν τόσο άπονα και βάρβαρα να καταστρέψουν ένα τέτοιο σπάνιο μαγαλοδημιούργημα που χρειάστηκαν πάνω από (10) χρόνια για να αποπερατωθεί;

Σταμάτησα την αναπνοή μου για λίγο να αφουγκραστώ τη γαλήνη και την αρμονία τριγύρω μου, «Α…..! τι εκθαμβωτικό δημιούργημα» μουρμούρισα με πρωτόγνωρη ευτυχία. Δίκαιο είχε κάποτε ο Ψυχάρης όταν φώναξε αντικρίζοντας τον Παρθενώνα για πρώτη του φορά.

«Δεν με νοιάζει να πεθάνω τώρα, λέει, αφού είδα τον Παρθενώνα και την Αθήνα».

Εδώ έμαθε γράμματα, λεπτές τέχνες και πολιτισμό ολόκληρη η Ευρώπη. Εδώ διδάχτηκαν δημοκρατία, φιλοσοφία, ποίηση, θέατρο, πνευματισμός, γλώσσα, μουσική και αθλητισμός.

Τον ουρανό τούτο π’ αγναντεύω τώρα, τον κοίταζαν κάποτε και οι Περικλής, Θεμιστοκλής, Αναξαγόρας, Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Αντισθένης, Ζήνωνας και τόσα άλλα βαθύστοχα μυαλά της τότε Αθηναϊκής κοινωνίας.

Ξαναστοχάστηκα αναρωτώντας μέσα μου, πως θα ‘ταν άραγε η ανθρωπότητα σήμερα χωρίς την Αρχαία Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά; «Ότι κινείται στον Πλανήτη σήμερα…», λέει ο Άγγλος Πλατωνιστής Thomas Taylor, «…έχει τις ρίζες του στη αρχαία Ελλάδα».

Αλφάβητο, γραμματική, μαθηματικά, γεωμετρία, αρχιτεκτονική, γλυπτική, αστρονομία, φυσική, δημοκρατία, μουσική, θέατρο, φιλοσοφία, ποίηση, αθλητισμό, υγιεινή και ότι άλλο αξιόλογο παρέλειψα μαζί.

Για κάθε καινούργια ανακάλυψη σήμερα στην υδρόγειο, τρέχουν όλοι τους στην Ελληνική γλώσσα να βρουν κατάλληλη λέξη που να ταιριάζει στην εφευρεσή τους.

Η Ελληνική γλώσσα, είναι μοναδική νουνά στον κόσμο που βαφτίζει κάθε καινούργια επιστημονική ανακάλυψη εδώ και 3000 χρόνια.

Ουαί κι αλίμονο εάν τολμήσει κανείς να βγάλει την Ελληνική γλώσσα στο περιθώριο.  Θα μείνει η ανθρωπότητα γλωσσική φαφούτα και ακατανόητη. Χωρίς τις Ελληνικές προθέσεις, ανά, κατά, δια, μετά, υπέρ, αντί, συν, προ, παρά, περί, από, υπό, εις, δις και πολλές άλλες, η ανθρώπινη σκέψη θα ‘ταν χαώδες και υποανάπτυκτη επικοινωνιακά. Εάν η Ελληνική γλώσσα τελειοποιήθηκε απ’ τον άνθρωπο, τότε η Ελληνική γλώσσα σαν ανταμοιβή, τελειοποίησε τον άνθρωπο.

Είναι η μόνη αλγεβρική γλώσσα στον κόσμο με απόλυτη ακρίβεια. Παίρνοντας ένα ρήμα σαν το βάλλω, παραδείγματος χάριν, ανεβάζομε, κατεβάζουμε διαιρούμε και πολλαπλασιάζομε αλγεβρικά την εκφρασή μας.

Προσθέτοντας μπροστά διάφορες προθέσεις, όπως, εισ-βάλλω, δια-βάλλω, ανά-βάλλω, προ-βάλλω, κατά-βάλλω, μετά-βάλλω, υπέρ-βάλλω, συν-βάλλω, υπό –βάλλω, από-βάλλω κ.τ.λ. – επεκτείνουμε τη νοητική μας φαντασία πέρα απ’ την αρχική μας σκέψη.

Πώς θα εκφράζονταν οι Άγγλοι σήμερα χωρίς τις Ελληνικές προθέσεις, anti-biotic, cata-bolism, ana-bolism, hyper-market, sym-biotic, hypo-thetic, pro-gnosis, dia-gnosis κτλ.

Κοιτάζοντας την Αριστοτελική λέξη «εντελέχεια», που σημαίνει, έμφυτη τάση για την τελειότητα, είναι αδύνατο να μεταφραστεί με αντίστοιχη λέξη σε άλλη γλώσσα. Θα χρειαστούν πολλές σειρές με πολλά παραδείγματα για να αποδώσουν κάποια πλησιέστερη έννοια.

Διαβάζουμε και ακούμε πολλά για την λαμπρή τούτη γενεά που λέγονταν ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, αλλά πολύ λίγοι αντιλαμβάνονται το τεράστιο μεγαλείο τους. Μας φαίνονται σαν αστραπιαίο όνειρο χωρίς καμιά συνέχεια και τους αλαργοκοιτούμε σαν ένα ιστορικό παραμύθι. Κανείς πια δεν μιλάει ανοικτά για αυτούς χωρίς να παρεξηγηθεί για λοξός, εκκεντρικός και ονειροπόλος χαρακτήρας. Θεωρείται σαν ένας ξεπερασμένος νεκρός πολιτισμός, που μόνο λίγοι αφελείς ασχολούνται ποια με αυτόν.

Ποιος προσπάθησε να τον εξοντώσει άραγε ( ευτυχώς όμως μάταια); Ποιος γκρέμισε ναούς, σπάνια αγάλματα, έκαψε βιβλία, αφόρισε φιλοσόφους, έκλεισε φιλοσοφικές σχολές, ιερά μυστήρια, ολυμπιακούς αγώνες και αναθεματίζει ακόμη και σήμερα την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία ως προϊόν του σατανά;

Είναι λυπηρό να βλέπει κανείς τον σημερινό Έλληνα αδιάφορο για την ένδοξη κληρονομιά του, διαβαίνοντας ασυγκίνητος μπροστά στα λιγοστά λεηλατημένα ιερά ερείπια που του απέμειναν πίσω.

Θυμάμαι τον Νίκο Καζαντζάκη όταν πρώτο-επισκέφτηκε τα αρχαία τοπία του Μουριά στη δεκαετία του πενήντα, ρώτησε την γυναίκα αρχειοφύλακα που φύλαγε εκεί τα ιερά κειμήλια.

-Τι είναι όλα τούτα εδώ που φυλάς, κυρά μου; την ρωτάει λακωνικά ο Καζαντζάκης,

-Α!… παλιόπετρες είναι χριστιανέ μου και τίποτε άλλο, απαντά η μεσόκοπη αρχειοφύλακας.

– Γιατί τότε έρχονται όλοι αυτοί οι ξένοι εδώ;, ξαναρωτά ο Καζαντζάκης.

– Α! κουτόφραγκοι είναι όλοι χριστιανέ μου, του απάντησε πάλι ήρεμα.

– Πόσα χρόνια είστε φύλακας εδώ κυρά μου; Την ξαναρωτά ο Καζαντζάκης. Είκοσι (20) χρόνια…, απαντά αυτή περήφανα.

– Μυστήριο πράμα! μουρμουρίζει ο Καζαντζάκης, είκοσι ολόκληρα χρόνια να κοιμάται παρέα με τους θεούς και να μην το πάρει ακόμα χαμπάρι…!

Δεν θα ήταν χρήσιμο άραγε εάν τα Ελληνικά σχολεία σήμερα πληροφορούσαν με περισσότερο ιερό ζήλο τους νέους μας για την αρχαία τους κληρονομιά, αντί να ξοδεύουν τεράστιο χρόνο να διδάξουν στα παιδιά μας το Εβραϊκό ψευδο- torah; Κάθε Ελληνόπουλο σήμερα πρέπει να γνωρίζει και την τελευταία ιστορική πέτρα και ιδέα που άφησαν πίσω οι προγονοί τους σαν ανεκτίμητο θησαυρό τους. Έτσι μόνο θα ξυπνήσομε τον πόθο των παιδιών μας να αγαπήσουν και να μιμηθούν την ένδοξη Αρχαία μας κληρονομιά. Μόνο με γνώση, συνείδηση, σεβασμό και αγάπη για την ένδοξη ιστορία μας, μπορούμε να ελπίζομε για κάποιο λαμπρότερο αύριο από τις μελλοντικές γενιές μας.

~Δημήτρης Καραλής, Νότιος Αφρική, @ All Rights Reserved Worldwide