Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoe-less child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

AUTUMN LEAVES

autumn leaves cover

ΣΤΑΛΛΕΣ

 

Ήταν ξημέρωμα όταν

στρέψαμε τα μάτια προς

το σκοτεινό σημείο του ορίζοντα

εκεί που σαν αγέρας

έστεκε η μοίρα μας

ανεξήγητη, απροσπέλαστη,

αδιάντροπα προκλητική,

και μόνο κείνος, με το ακρωτηριασμένο

μπράτσο αναστέναξε και πίσω

γύρισε να πάει προς στο σπίτι

στην ίδια την καρέκλα του να κάτσει

με μια τέτοιαν απίστευτη ηρεμία

λες κι είχε λύσει όλα του κόσμου

τα προβλήματα κι εμείς στέκαμε

με τα χέρια απλωμένα

βαρειές να πέσουν στις παλάμες μας

οι στάλλες της πρώτης

φθινοπωριάτικης βροχής.

 

 

 

RAINDROPS

 

It was daybreak when we turned

our eyes toward the dark

spot of the horizon where

like the wind our fate stood

inexplicable, inaccessible

shamelessly challenging us and

only him, the one with

the severed arm sighted and

turned back to the house

to sit in his chair with

such calmness as if he had

solved all the world’s problems

though we kept our hands

extended that onto our palms

would fall heavy the drops

of the first autumn rain

 

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

 

ON REMORSES AND REGRETS

11066546_391973624343580_3525684857218741510_n

REFLECTION

I stand in the pile of fallen leaves I listen to the day’s pulse amid leaves creaking under my soles, frenetic mode of the autumn equinox no different than my loneliness in the middle of the marketplace where the crier announces the first beheading.

—Tonight I feel like a teenager. Let’s take the car and go to the beach. To watch the submarine races.

I stand in the middle of the fallen leaves and my dream cruises down the unmistaken path of anonymity sky dressed in its azure color, meteoric symbol of peace in a cosmos without your smile.

—Where you want to go for dinner tonight before I pick what to wear?

Lonely falcon counts feathers and sharpened talons. My dream reflects in my retina all I have to do is close my eyes and grasp its wholeness: poetry, my peaceful resolution opposite the consumer oriented banality of the city’s pulse and I, like a new Orpheus seeking his Eurydice, fight against Hades.

—That small Italian restaurant has tasty dishes. Let’s go there, I will wear my short red dress.

I stand on the pile of fallen leaves wondering how jealousy keeps our friends outside the sanctity of our heart like the sanctum sactorum keeps away the outsiders from the greed of the insiders.

—Yes we shall go there. I like the young server with the blue eyes!

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Στο σωρό φύλλων πάνω στέκομαι κι ακούω τον παλμό της μέρας να τρίζει κάτω απ’ τις πατούσες μου, αλλοπρόσαλος ερχομός του φθινοπώρου ίδιος με τη μοναξιά μου στο κέντρο της αγοράς που ο τελάλης ανακοινώνει τον πρώτο αποκεφαλισμό.

—Απόψε νιώθω σαν έφηβη. Πάμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο στην ακροθαλασσιά να δούμε τους αγώνες ταχύτητας υποβρυχίων.

Στέκομαι στη μέση των πεσμένων φύλλων και τ’ όνειρό μου κατηφορίζει στο αλάνθαστο μονοπάτι της ανωνυμίας, βαθυγάλανος ουρανός, σύμβολο ειρήνης σ’ ένα κόσμο δίχως το χαμογέλιο σου.

—Πού θέλεις να πάμε για φαγητό απόψε; Θέλω να διαλέξω ποιο φόρεμα να βάλω.

Το μοναχικό γεράκι μετρά φτερά και ακονίζει νύχια. Τ’ όνειρο μου αντανακλάται στις κόρες των ματιών που σαν τα κλείνω αδράχνω την τελειότητά του: ποίημα, η ειρηνική μου στάση έναντι στη μετριότητα του παλμού της πόλης κι εγώ, νιογέννητος Ορφέας την Ευρυδίκη μου ψάχνω να βρω, το Χάρο αντιπαλεύω.

— Εκείνο το μικρό Ιταλικό εστιατόριο έχει νόστιμα φαγητά. Πάμε εκεί, θα φορέσω το κοντό κόκκινο φόρεμα.

Στέκομαι στο σωρό πεσμένων φύλλων κι αναρωτιέμαι γιατί η ζήλεια κρατά τους φίλους έξω απ’την καρδιά μας σαν τ’ άγιο των αγίων διατηρεί τους έξω μακριά απ’την πλεονεξία των έσω.

—Ναι, εκεί να πάμε. Μ’ αρέσει ο νεαρός σερβιτόρος με τα γαλανά μάτια!

~ ΟΝ REMORSES AND REGRETS, collection on progress//ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΕΣ και ΤΥΨΕΙΣ, συλλογή εν εξελίξει.

INTROVERSION–ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ

456531371_599a6f069f

FORLORNNESS

Forlornness the glassy face of the northern lake a loon flaps its wings: once, twice, thrice, takes off toward the source of light; the skipping stone in opposite fashion flies backward to its source: open hand of the boy, flapping, skipping, the movement of air, ethereal like your body, my beloved, curves and caves I’ve caressed and enjoyed.

— The gutters need to be cleaned before autumn comes, you hear me?

Open palm, as if bestowing love, small begonias, tiny fern roots by the lakeshore, sunrays ripple on the surface awaking the owl of the tall conifer, wisdom in creative motion.

—Eating two servings of this ice cream will make you fat.

Sound of your death echoes onto the shadow of the aspen outlined on green forest floor and all movement is momentarily suspended like my dream.

— Stop spending your time with the computer and come sit here next to me

Curse turns into truth and the loon turns back to the water, wings flap backward the skipping stone keeps skipping until it dives deep in its watery purpose like my heart into your absence.

—You know, we could look for another set of furniture for the living room.

ΜΟΝΑΞΙΑ

Μοναξιά η γυαλένια επιφάνεια της βόρειας λίμνης, νεροπούλι φτερουγίζει: μία, δύο, τρεις φορές
και κατευθύνεται προς την πηγή φωτός. Το χοχλάδι επιστρέφει στο χέρι που το πέταξε: ανοιχτή παλάμη παιδιού, φτερούγες ανοιγοκλείνουν, βατραχάκια του χοχλαδιού, κίνηση του αγέρα, αιθέριο το σώμα σου, αγαπημένη, καμπύλες και σπηλιές που χάιδεψα κι ανίχνευσα.

—Οι υδρορροές θέλουν καθάρισμα πριν αρχίσουν οι βροχές, μ’ ακούς;

Παλάμη ανοιχτή, σα να χαρίζει αγάπη, μικρές βιγκώνιες, μικροσκοπικές ρίζες φτέρης στην άκρη της λίμνης, ηλιαχτίδες ανασαλεύουν την επιφάνεια κι ο γκιώνης στο ψηλό έλατο, σοφία σε δημιουργική ροπή.

—Αν τρως δύο μπολάκια παγωτό κάθε φορά σύντομα θα παχύνεις.

Και τότε η ηχώ του θανάτου σου αντανακλάται στον ίσκιο του δεντρού που περιγράφεται στο χώμα κι η κάθε κίνηση σταματά σαν στ’ όνειρο.

—Τέλειωνε επιτέλους με τον υπολογιστή, έλα και κάτσε δίπλα μου.

Δεινό που έγινε πραγματικότητα το νεροπούλι γυρίζει στο νερό, φτερούγες προς τα πίσω οδηγούν, χοχλάδι ξαναρχίζει τα βρατραχάκια μέχρι που τελικά στον προορισμό του βουλιάζει σαν τη καρδιά μου μες στην απουσία σου.

—Ξέρεις, θα `ταν καλά ν’αγοράζαμε καινούργια έπιπλα για το σαλόνι μας

~ ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ, συλλογή εν εξελίξει / INTROVERSION, collection in progress

Leaf Press-Monday’s Poem

autumn leaves cover
Monday’s Poem
Justification

I strode over
fallen branches
victims of last night’s
merciless wind
listened to music in tune
with endless perfection
then the chirp of the bird
raised my head
saw it, a chickadee
on the tree limb

justification
this day
alive that I was

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ/AUTUMN LEAVES

ΣΤΑΛΛΕΣ

Ήταν ξημέρωμα όταν

στρέψαμε τα μάτια προς

το σκοτεινό σημείο του ορίζοντα

εκεί που σαν αγέρας

έστεκε η μοίρα μας

ανεξήγητη, απροσπέλαστη,

αδιάντροπα προκλητική,

και μόνο κείνος, με το ακρωτηριασμένο

μπράτσο αναστέναξε και πίσω

γύρισε να πάει προς στο σπίτι

στην ίδια την καρέκλα του να κάτσει

με μια τέτοιαν απίστευτη ηρεμία

λες κι είχε λύσει όλα του κόσμου

τα προβλήματα κι εμείς στέκαμε

με τα χέρια απλωμένα

βαρειές να πέσουν στις παλάμες μας

οι στάλλες της πρώτης

φθινοπωριάτικης βροχής.

RAINDROPS

It was daybreak when we turned

our eyes toward the dark

spot of the horizon where

like the wind our fate stood

inexplicable, inaccessible

shamelessly challenging and

only him, the one with

the severed arm sighted and

turned back to the house

to sit in his chair with

such a calmness as if he had

solved all the world’s problems

though we kept our hands

extended that onto our palms

would fall heavy the drops

of the first autumn rain

ΦύλλαΦθινοπώρου/Autumn Leaves

www.ekstasiseditions.com