IMAGES OF ABSENCE-MANOLIS ALIGIZAKIS

images of absence cover

CONFESSION

My confession was simple:
father, I said, I’m a sinner
the guilt of the universe sits
heavy on my chest
forgive me that I passionately loved
the bloomed hyacinth and
the flight swings of swallows
and my two greatest sins
my unmeasured love
for the laughter of the child
and the beggars who stood
with their extended hands
filled with good wishes

my confession was simple

straight to the Purgatory
the priest delivered his opinion

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η εξομολόγησή μου ήταν απλή:
πάτερ, είπα, είμαι αμαρτωλός
η ενοχή όλης της Οικουμένης
βαραίνει πάνω στο στήθος μου
συγχώρεσέ με με πάθος
που αγάπησα το πέταγμα χελιδονιού
και τ’ ανθισμένο γιακίνθι
κι οι δυο χερότερές μου αμαρτίες
η υπερβολική μου αγάπη
για το γελάκι του παιδιού
και για του επαίτη τ’ απλωμένο χέρι
το γιομάτο καλοσύνης ευχές

η εξομολόγησή μου ήταν απλή

κατ’ ευθείαν στην Κόλαση
γνωμάτευσε ο ιερωμένος

~Images of Absence, Ekstasis Editions, Victoria, Canada, 2015

Impact/Επίπτωση

Impact

     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again  

in the idiocy of a system.

 

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

 

     Evoe, oh, free elements, evoe.

 

     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.

 

Επίπτωση

     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

~Übermensch

~Υπεράνθρωπος