Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Περαστικός.
Και ιδιαίτερα για μένα γραφικός.
Κάτι σας άψυχος, κάτι σαν ξένος
μ’ αγαπημένος.
Η βιάση του ματαιωμένος όρθρος.
Ασφυκτιούσαμε.
Στενό του πάθους μας το οίκημα
κι ένας πικρός συνωστισμός τα σχήματά μας.
Χαμηλοτάβανα τα σχέδιά μας
δίχρωμος της καρδιάς ο φωτισμός
κι αλλόκοτα της σκέψης μας τα κάδρα.

Ήταν περαστικός.

REFLECTION

He was a passerby
and he looked very odd to me
a bit hollow a bit foreigner
yet loveable.
His haste was like a canceled matins.
We suffocated.
The dwelling too small for our passion
and bitter crowding our shapes.
Our plans of low esteem
two colored the light of our hearts
and the frames of our minds were bizarre.

He was a passerby.
~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

CHTHONIAN BODIES

inukshuks A

ANTIPHONAL

Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy

ΑΝΤΙΦΩΝΟΣ
Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015

CHTHONIAN BODIES

fisher

SCENARIO

Duty tendance devotion
your breath intake gills
expand contract create
fins order oCclude dictate
direction depth or height
of shallow lake water

away from the fisher’s hook
yet let it be and
let you play with him
perhaps a light bite
a giggle of the tail

shiver runs through his
spine and the sun observes
movement of line
tip of the rod
vibration leela
laughter and agony for the one
that got away

ΣΚΗΝΙΚΟ

Καθήκον θεραπεία αφοσίωση
η εισπνοή σου στα σπάραχνα
που εκτείνονται συσπώνται δημιουργούν
πτερύγια διατάζουν διακόπτουν
ορίζουν κατεύθυνση βάθος και ύψος
του ανάβαθου νερού της λίμνης

μακριά απ’ τ’ αγκίστρι
μα ας τ’ αφήσουμε ν’ αρχίσει
το παιγνίδι σου με τον ψαρά
ίσως ένα ελαφρύ τσίμπημα
της ουράς σου μια κίνηση

κι ανατριχιάζει η ραχοκοκκαλιά του
κι ο ήλιος εποπτεύει από ψηλά
το τρέμουλο της πετονιάς
την άκρη του καλαμιού
δόνηση, παιγνίδι
γέλιο κι αγωνία για το ένα
που του ξέφυγε

~ Chthonian Bodies, paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, October 2015

CARESSING MYTHS-ΘΩΠΕΥΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ

CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd
PINK BOWL

I took the pink bowl
from the storage
filled it with
the wild ocean’s
aroma
I started washing
the dreams
whirled and
almost fragrant.
Tied them on the wire
cloths line
in the sunshine.
This the good wives do
I’m told

ΡΟΖ ΛΕΚΑΝΗ

Έβγαλα τη ροζ λεκάνη
από την αποθήκη και
τη γέμισα μαλακτικό
κείνο με το άρωμα
άγριου ωκεανού.

Έβαλα μπουγάδα
στα όνειρα
ανακάτεψα και
περίμενα κάμποσο
να μοσχομυρίσουν.
Τα έπιασα γερά
στα σύρματα
και τα άπλωσα στον ήλιο.
Έτσι μου είπαν
κάνουν οι καλές νοικοκυρές.

~Caressing Myths, Ποίηση, Libros Libertad, Vancouver, 2015
~Ντίνας Γεωργαντοπούλου/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

IMAGES OF ABSENCE-ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

images of absence cover

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Φύσηξε ο αγέρας
τα πεσμένα φύλλα
γέμισε θάνατο το πεζοδρόμιο
καθώς ο νους μου έτρεξε
στο χαμογέλιο σου
και ξάφνου είδα ένα χορό
μπροστά στα μάτια μου
παράξενο των φύλλων
ν’ αρχινά που λες ζωντάνεψαν
μέσα στη νέκρα τους
και σιγοτραγουδούσαν

τίποτα δεν πεθαίνει
ρυθμό μόνο αλλάζει
η ζωή και φόρεμα

CAMOUFLAGE

Wind blew
the fallen leaves
death took over
the sidewalk
and my mind
ran to your smile and
suddenly I saw a strange
dance before my eyes
the leaves had commenced
in the slumber
of their death
as if alive they sang

nothing dies
life only changes
its dress and rhythm

~IMAGES OF ABSENCE-ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015

IMAGES OF ABSENCE/ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

10523981_10206464655961149_7673562430847391835_n

MEMORY

Opalescent evening
under the grapevine

lazy memory
runs after the laughter of your eyes

twilight escorts
my nostalgia to look at

your playful irises
to vaguely reflect

in the embrace of my mind

ΘΥΜΗΣΗ

Οπάλινη εσπέρα
κάτω απ’ την κληματαριά

θύμηση νωχελική
τρέχει στο γελάκι των ματιών σου

λυκόφως σιγοντάρει
τη νοσταλγία μου να δω

της ίριδάς σου παίγνιο
ν’ αντιφεγγίζει αμυδρά

στου νου μου την αγκάλη

~IMAGES OF ABSENCE, Ekstasis Editions, 2015

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
~Love…transcendence of space and time
~Αγάπη…πέραν χρόνου και τόπου

My beloved
I love you more than I can say in words.
Yes, my beloved. Long before I met you
I had waited for you. I had always waited for you.

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I played the pencil with my fingers
it was as if I learned to write songs for you.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια.
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σάν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Dimitris Liantinis-Hour of the Stars

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP
ΛΑΓΩΟΣ

Τῶν ἱερῶν Ἀγρυπνιῶν στον ναό τῆς Κοίμησης.
Τό μάτι του ξανοιγόταν ἀχάραγο γυαλί
πού νά τό λιμπιστεῖ ἡ Ἄρτεμη κάτοπτρο.
Μεσάνυχτα λάβαιναν μέσα του σχῆμα
τά ἀργυρά νομίσματα τῆς ἀστροφεγγιᾶς
τό δάσος νά πίνει μία – μία τίς ὧρες
κι ὅσες θησαύριζε θημωνιές μέ ὀνείρατα
ἡ σιωπή γαλαθηνή.
Μόνον ὅταν στήν ἄκρη του κλεφτά
χαράχτηκε τό εἴδωλο ἑνοῦ ρήσου πλουμιάρη
ἐπικράνθη ὁ ἄνεμος.
Ἔσπασε ξερά ἡ λαμπήθρα τοῦ ὕπνου
κι ἄστραψε στό σκοτάδι ὁ κόσμος.

RABBIT

During the Holy Vigils at the church of Dormition
his open eyes resembled unscratched glass
that Artemis would wish as mirror.
At midnight the silver coins of starry sky
took shape in his viscera
the forest drank the hours one by one
and all the haystacks treasures of dreams
silence suckled.
But when the idol of the red golden hair
appeared on its side
the wind was embittered.
The dry iris of the day shuttered
and the world shone in the darkness.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Tasos Livaditis_Vanilla

ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.

A COMMON ROOM

I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τασος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
Η ΕΚΤΗ ΗΜΕΡΑ

Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα
μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να
μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν
τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το
φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’
την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν
πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’
την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-
γη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί
μ’ έβλεπαν.

THE SIXTH DAY

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;
she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this
to us” she said; at the far end pale workers put together the big
stage of the circus
“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged
the lamp-post of the street
my young cousin was almost dead when I pushed her behind the
closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like
a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the
closet, half eaten by the mice
and it was the sixth day of creation
pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof
of the station
I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind
could see me.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca