Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Τάσος Λειβαδίτης-Βουβά Πρόσωπα/Tasos Livaditis-Silent faces

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

     “Μή φεύγεις” τού λέω, μά εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει μέ τούς

άλλους καταδίκους, μού άφησε μόνο τό χέρι του, πού συχνά μέ

κράτησε στήν άκρη τής γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στήν

άκρη τού δρόμου, καί τίς νύχτες άκουγα τούς ανεμοδείχτες πού τό

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα τό πρώτο βράδυ πού θάψαμε τόν πατέρα — πώς τόν

μισούσα γι αυτόν τό βρόμικο ρόλο τού υπηρέτη πού έπαιξε, ανοί-

γοντας τήν πόρτα μας στό μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, καί μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν νά φαίνονται τά

φοβερά, βουβά πρόσωπα, πού περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, πού άκουσα τίς άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μού κλέβαν τήν κουβέρτα καί πλάγιαζαν έξω

απ’ τήν πόρτα, ώσπου ξημέρωνε καί σταυρωνόταν πάνω μου τό

λάλημα τού πετεινού.

SILENT FACES

    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

the other convicts, he just left behind his hand that often held me

by the edge of the bridge, a sick horse was rotting away on the side

of the road and at night I would hear the weathervane helping it to

turn to the other side,

     I remembered the first night when we buried father—oh, how

I hated him for the role of the servant he played, opening our door

to the great darkness,

    forlornness, and only the cracked walls made visible the horrible

faces, the silent faces we often pass by.

    There I lived so lonely, that I heard the other voices, and when

night came, the dead stole my blanket and lied outside the door

until the new day broke and the rooster’s call was crucified

on top of my body.

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ   

      Συχνά τή νύχτα, χωρίς νά τό καταλάβω, έφτανα σέ μιά άλλη

πόλη, δέν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, πού ονειρευόταν κάποτε νά

γίνει μουσικός, καί τώρα καθόταν μισόγυμνος μές στή βροχή — μέ

τό σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στά γόνατά του ένα παλιό,

φανταστικό βιολί, “τό ακούς;” μού λέει, “ναί, τού λέω, πάντα τό

άκουγα”,

     ενώ στό βάθος τού δρόμου τό άγαλμα διηγόταν στά πουλιά τό

αληθινό ταξίδι.

THE MUSICIAN

      Often during the night, without noticing it, I’d arrive to another city,

where there would be no other but an old man who dreamed that someday

he’d become a musician, and now half naked he sat in the rain—with

his coat he had covered on top of his knees an old, imaginary violin,

“do you hear it?” he says to me, “yes, I say to him, “I have

always heard it”,

     while at the far end of the road the statue narrated the true voyage

tothebirds.

Τάσος Λειβαδίτης/Νυχτερινός Επισκέπτης-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis/Night Visitor-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca