Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

 

Αν κάποτε γράψω τη βιογραφία μου, δε θα παραλείψω ν’

αναφέρω το μίσος μου για τα βαφεία — είναι μνησίκακα και

τα τελευταία παιδικά ρούχα τα έστειλαν πίσω χωρίς φτερά,

αρρωστήσαμε τότε βαριά κι όταν σηκωθήκαμε, νιώθαμε αμήχανοι

και ξένοι, σαν κάποιους που εξαφανίστηκαν για χρόνια κι όταν

επιστρέφουν δικαιολογούνται ότι ο κήπος ήταν λίγο μακριά —

πού είχαν πάει; Άγνωστο.

Μόνο η μητέρα έκλαιγε τώρα πιο συχνά.

 

 

ADULTHOOD

 

If I’ll write my biography someday, I won’t forget to report my

hatred for dye houses — they are spiteful and when they returned

the last children’s cloths and without wings we got quite ill and

when we recovered we felt awkward and strange like the ones who

have disappeared for years and when they return they make excuses

that the garden was far away — where had they gone? Unknown.

Only now mother cries more often.

 

 

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

Παλιός εξαγνισμός

Κάτω, στα χαμηλά σπίτια με τις πεινασμένες γάτες,
τα βράδια πέφταν σιωπηλά στις αυλές. Άνάβαν τους λύχνους.
Οι γυναίκες κοιμόταν με τσ ρούχα. Οι άντρες
γυρνούσαν αργά—είχαν φάει στην ταβέρνα.

Εμάς δε μας έμενε τίποτα στη νύχτα. Κοιτούσαμε
μες στο σκοτάδι το παλιό φανάρι της κουζίνας
με τ’ αποφάγια του δείπνου. Το κοιτούσαμε επίμονα
ν’ αλλάξει σε κλουβί μ’ ένα αχαμνό καναρίνι, ή σ’ ένα
φεγγάρι σε σχήμα πουλιού.
Του κουβεντιάζαμε κρυφά
να μην κελαηδήσει, μη και ξυπνήσουν οι κακοί γερόντοι
και δουν τα τέσσερα μικρά, τιμωρημένα κορίτσια
να στέκουν πετρωμένα κι άσπρα στις τέσσερις γωνιές
κρατώντας ψηλά στο μέτωπό τους σαν κανίσκια
τις αθώες αμαρτίες μας και τα μεγάλα όνειρά μας.
Old Expiation

Down there in the low-lying houses with the hungry cats,
evenings fell silently in the courtyards. They lit the lanterns.
Women slept in their clothes. Men
returned home late – they had eaten in the tavern.

There was nothing left for us at night. Through
darkness we stared at the old oil lamp in the kitchen
with the supper leftovers. We gazed it intensely so that
it could change into a cage with a thin canary or into
a moon in the shape of a bird.
We’d converse with it secretly
so that it wouldn’t chirp and wake up the bad old men
who could see the four young, punished girls
standing white and stony in the four corners
lifting high on their foreheads like baskets
our innocent sins and our great dreams.
~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Ubermensch

ubermensch_cover

Εφιάλτης

Μες στη μιζέρια των γηρατειών σε παλιούς δρόμους
βρίσκαμε τα γνωστά μας μαγαζιά, μπυραρίες, ποτά
ανάκατα με ιδρώτα, το μαγαζάκι της γωνίας που
η ανατολίτισσα είδε γυναίκες που ρούχα διάλεγαν
απ’ το μεγάλο κιβώτιο του Φιλανθρωπικού
Οργανισμού σοβαρές και σίγουρες στο μέγεθός τους
εταίριαζαν κι η ευλάβειά μας, ευλογημένη ας ήταν, που
δίχως φόβο κατάματα κοιτάξαμε το απέραντο κι έτσι
ανακαλύψαμε τ’αχνάρια μας.
Τα ρούχα δεν δοκιμάζονταν ποτέ δημόσια.
Ουρητήρια ατημέλητα. Πίσω απ’ τον τοίχο κατουρούσαν
οι πελάτες και τα `δε όλα αυτά καθώς εμείς στεκόμαστε
και περιμέναμε κάτι να πει. Αλλά το απλό χαμόγελο
στα χείλη Του μαρτυρούσε την κυριαρχία του ονειροπώλου
που έδιωχνε φαντάσματα και εφιάλτες.
Nightmare

 

In the misery of old age the same streets we traversed
with the old stores, beer parlors, cocktails of alcohol and
sweat, corner store with the oriental owner, women often
selected cloths from the Salvation Army bin seriously
hoping they would fit them and with reverence, let it be holy,
straight in the eyes of the infinite we gazed to discover
our footprints.
Cloths were never tried in public.
Washrooms un-kept. Most men preferred to urinate behind
the wall, all this He took in and we stood waiting for Him
to cry out something. But He remained silent with a simple
smile upon His lips witness of His victory, the dreamer’s
domination over the ghost of a nightmare.

http://www.libroslibertad.ca

 

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large
Ανασκόπηση

Αυτός πού κοιμήθηκε μέ τά παπούτσια καί τά ρούχα
βρεγμένος ώς τό κόκκαλο, κι ο άλλος εκείνος
πούχωσε τό κεφάλι του μέσα στή μαύρη σακκούλα,
νιώθοντας τή σκληράδα τού πανιού στό σαγόνι του, αυτός
πούκλεψε τά παπούτσια τού νεκρού στό υπνοδωμάτιο
κ’είταν στενά—δέν τά φόρεσε, κι ούτε μπορούσε
νά τά πουλήσει μήπως προδοθεί, ο τελευταίος
πού χτυπούσε συνέχεια τό πόδι του στά σάπια σανίδια
σ’ ένα ρυθμό πού όλοι γνωρίζαμε καί πού κανένας
δέν ήθελε νά ομολογήσει, κι από πάνω
η καπνισμένη λάμπα κ’ οι φωνές τών μεθυσμένων,
οι χαρτοπαίχτες, τό μεγάλο χάλκινο σταχτοδοχείο
μέ σκαλισμένον τόν πρίγκηπα τών κρίνων,—όταν
μπήκε τ’ αυταρχικό γκαρσόνι, ερμητικό, οστεώδες,
σάρωσε μέ μιά κίνηση τού αριστερού χεριού του
ακέριο τό τραπέζι, ρίχνοντας μέσα στήν καταπακτή
ποτήρια, τραπουλόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, κ’ οι θαμώνες
εμβρόντητοι, νά ματαλλάζουν βιαστικά τήν οργή τους
σέ μιάν υπνωτισμένη ευχαριστία, φωτισμένοι καταμέτωπο
απ’ τόν τεράστιο κρυστάλλινο πολυέλαιο πού άναψε άξαφνα
εκεί στό βάθος πίσω από μιάν άγνωστη γυάλινη πόρτα
μέσα στήν άδεια, απέραντη αίθουσα τών επισήμων.
Review

The one who slept with his shoes and clothes
wet to the bone and that other who
put his head in the black bag
feeling the roughness of the cloth on his chin, the one
who stole the shoes of the dead man in the bedroom
and found they were small – he never wore them and
couldn’t sell them from fear of being revealed; the last one
who constantly stomped his foot on the rotten planks
in a rhythm that we all knew and none
wanted to reveal and from above
the smoked lamp and the voices of the drunks,
the card players, the big copper ashtray
with the Prince of Lilacs engraved on it – when
the bossy, skinny waiter entered in a rush, he
swept up with a movement of his left arm
the whole table, throwing down the trapdoor
glasses, playing cards, packs of cigarettes; the players
astonished, hastily transformed their anger
into a sleepy thankfulness, lit straight on the forehead
by a gigantic crystal chandelier that was suddenly turned on
there, at the end of the room, behind an unknown glass door
inside the huge empty hall of the dignitaries.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Manolis Anagnostakis

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis