C. P. CAVAFY//Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

cavafy copy

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
Έχασε τήν παληά του ορμή, τό θάρρος του.
Τού κουρασμένου σώματός του, τού άρρωστου

σχεδόν, θάχει κυρίως τήν φροντίδα. Κι’ ο επίλοιπος
βίος του θά διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος

τουλάχιστον διατείνεται. Απόψι κύβους παίζει
έχει όρεξι νά διασκεδάσει. Στό τραπέζι

βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τί άν στήν Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

έπεσ’ επάνω στού λαμπρού στρατεύματος τά πλήθια.
Μπορεί νά τά μεγαλώσαν όλα δέν θάναι αλήθεια.

Είθε. Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μιά φυλή.
Όμως ένα «είθε» είν’ αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Ο Φίλιππος τήν εορτή βέβαια δέν θ’ αναβάλει.
Όσο κι άν στάθηκε τού βίου του η κόπωσις μεγάλη

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δέν τού λείπει.
Θυμάται πόσο στήν Συρία θρήνησαν τί είδος λύπη

είχαν, σάν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.—
Ν’ αρχίσει τό τραπέζι. Δούλοι τούς αυλούς, τή φωταψία.

 
THE BATTLE OF MAGNESIA
He’s lost his old ardor, his courage.
His body, nearly ill with fatigue,

will be his only concern now. And the rest
of his life will go by without any worry. This

at least is what Philip contends. Tonight he plays
at dice to amuse himself, loads the table

with roses. What if Antiochos was destroyed
at Magnesia? They say complete carnage

crushed the ranks of his brilliant army. Perhaps
those claims were stretched a bit. Perhaps they are not all true.

Let us hope. Because, although enemies, they belong to our race.
However, one “perhaps” is enough. Maybe too much.

But of course Philip will not postpone the feast.
No matter how great the weariness of his life,

one good thing remains: his memory has not left him.
He remembers how much they mourned in Syria, that charade

of sorrow, when their Mother Macedonia fell to dust.—
Let the feast begin. Servants: the flutes, the lights!

 

http://www.libroslibertad.ca

http://www.ekstasiseditions.com

 

ALBERT CAMUS-QUOTES

images
Quotes by Albert Camus//Γνωμικά του Αλμπέρτου Καμύ

“But in the end one needs more courage to live than to kill oneself.”

“The only way to deal with an unfree world is to become so absolutely free that your very existence is an act of rebellion.”

“When I look at my life and its secret colours, I feel like bursting into tears.”

“Real generosity towards the future lies in giving all to the present.”

“Blessed are the hearts that can bend; they shall never be broken.”

“An intellectual? Yes. And never deny it. An intellectual is someone whose mind watches itself. I like this, because I am happy to be both halves, the watcher and the watched. “Can they be brought together?” This is a practical question. We must get down to it. “I despise intelligence” really means: “I cannot bear my doubts.”

“Autumn is a second spring when every leaf is a flower.”

“To be happy, we must not be too concerned with others.”
~Τελικά χρειάζεσαι πιο πολύ θάρρος να ζήσεις παρά ν’ αυτοκτονήσεις

~Ο μόνος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις έναν ανελεύθερο κόσμο είναι να νιώσεις τόσο ελεύθερος που η κάθε σου πράξη να `ναι μια πράξη εξέγερσης

~Όταν παρατηρώ τη ζωή μου και τα κρυφά της χρώματα, νιώθω την ανάγκη να κλάψω

~Πραγματική μελλοντική γεναιοδωρία είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν

~Ευλογημένες οι καρδιές που λυγίζουν γιατί ποτέ δεν θα σπάσουν

~Διανοούμενος; Ναι και μην το αρνηθείς ποτέ. Διανοούμενος είναι αυτός που το μυαλό του προσέχει τον εαυτό του. Κι αυτό μ’ αρέσει γιατί προτιμώ να `μαι δύο μισά, ο παρατηρηρτής κι ο παρατηρούμενος. ‘Μπορούν άραγε να ταυτιστούν;’ Αυτή είναι πρακτική ερώτηση. Ας την εξετάσουμε. ‘Απεχθάνομαι την ευφυία’ στην πραγματικότητα σημαίνει ‘δεν μπορώ να υπομένω τις αμφιβολίες μου’

~Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη όταν το κάθε φύλλο είναι κι ένα λουλούδι

~Να νιώσεις ευτυχής σημαίνει ν’ αδιαφορείς για τους άλλους
~ Μετάφραση στα ελληνικά ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ / translation by MANOLIS ALIGIZAKIS

 

Albert Camus (1913—1960)
Albert Camus was a French-Algerian journalist, playwright, novelist, writer of philosophical essays, and Nobel laureate. Though neither by advanced training nor profession a philosopher, Camus nevertheless through his literary works and in numerous reviews, articles, essays, and speeches made important, forceful contributions to a wide range of issues in moral philosophy – from terrorism and political violence to suicide and the death penalty. In awarding him its prize for literature in 1957, the Nobel committee cited the author’s persistent efforts to “illuminate the problem of the human conscience in our time,” and it is pre-eminently as a writer of conscience and as a champion of imaginative literature as a vehicle of philosophical insight and moral truth that Camus was honored by his own generation and is still admired today. He was at the height of his career, at work on an autobiographical novel, planning new projects for theatre, film, and television, and still seeking a solution to the lacerating political turmoil in his native Algeria, when he died tragically in an automobile accident in January, 1960.

 

The Limping Man/Ο Κουτσός

ΚΟΥΤΣΟΣ

Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπείδωτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαξε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρεψε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα της ανισότητας
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
κατα του άδικου χάους
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την πληρότητα
να συμπληρώσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπειρες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς

LIMPING MAN

Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of inequality
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side result of the unsaid
unrhymed poem
erotic song of deficiency
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man an unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s
incompleteness

Lord, were you drunk
when you fathered him?

Lord, bless us and
don’t drink again!
“WORDS OF ABSENCE” to be released in Greece and Canada next spring.

Κωνσταντίνος Καβάφης / Constantine Cavafy

 ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

         Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,

    πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος

    άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως

         η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.

Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν

    τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν

τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—

μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—

         ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—

εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.

         Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων

    αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»

    είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω

         καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου

    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.

         Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας

    πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των

    σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των

         γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή

    τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

 

THE HORSES OF ACHILLES

              When they saw Patroklos dead,

       who was so brave, and strong, and young,

       the horses of Achilles began to cry;

              their immortal nature was outraged

       at the sight of this work of death.

They reared up, and tossed their long manes,

       they stamped the ground with their hooves, and mourned

Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—

lifeless flesh now—his spirit gone—

              defenseless—without breath—

returned from life to the great Nothing.

              Zeus saw the tears of the immortal

       horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus

I shouldn’t have acted so mindlessly;

              it would have been better if we had not given you away,

       my unhappy horses! What need did you have to be

down there among miserable humans, playthings of fate.

              You whom death cannot ambush, who will never grow old,

you are still tormented by disaster. People

have entangled you in their suffering.”—But

       for the endless calamity of death,

those two noble animals shed their tears.

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες  «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.

Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.

Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ

ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,

πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»

Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς

τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς

καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—

δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.

Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ

στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

THE CITY

You said:  “I’ll go to another land, to another sea;

I’ll find another city better than this one.

Every effort I make is ill-fated, doomed;

and my heart —like a dead thing—lies buried.

How long will my mind continue to wither like this?

Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall

I see the black ruins of my life, here

where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”

New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will return to the same streets.

You will age in the same neighborhoods; and in these

same houses you will turn gray. You will always

arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,

there is no ship for you, no road out of town.

As you have wasted your life here, in this small corner

you’ve wasted it in the whole world.

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων,

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

Our efforts are like those of the unfortunate;

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence; and we start feeling

brave and having high hopes.

But always something comes up and stops us.

Achilles appears in front of us in the trench

and with loud shouts frightens us back.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate,

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes,

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started

mourning memories and auras of our days.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

~English Translation by Manolis Aligizakis