SECOND ADVENT OF ZEUS

images

APHRODITE

And Aphrodite granted me her reddish

hymen that I craved
to push open
tough veil of my ambition
hymn that
I sang over the earth’s
green bosom and
on white bed-sheets rough and
unapologetic
where I learned
to measure
feminine superiority with shades of color
as I was born
to enjoy it
during the harsh hours
of peace

Suddenly I became impious
her arms went around my neck
holding me captive
in thoughts of lust
enjoyable and unspent
my folded arms
inside my grave I saw
oars of my boat to lead me
across the little cove
I always seek to arrive
to your embrace
impious I became
my kin’s apostate
profane supporter of bulbs and
ardent defender of the oath taken
under the auspices of the full moon

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Κι η Αφροδίτη τον κοκκινωπό της μου δώρησε

υμένα που πολύ πεθύμησα
να διακορεύσω
τραχύ βέλο η φιλοδοξία μου
ύμνος
που στον αιθέρα έψαλλα,
στης γης το βάθος
και στα λευκά σεντόνια
τραχιά και αμεταμέλητα
εκεί που έμαθα
πώς να μετρώ
με χρώματα τη θυληκή υπεροχή
κι ήμουν έτσι φτιαγμένος
να την απολαμβάνω
τις σκληρές ώρες
της ειρήνης

Ξαφνικά έγινα ανευλαβής κι ένιωσα
πως τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό
φυλάκιζαν το είναι μου
μ’ ερωτικές σκέψεις
ευχάριστες κι αξόδευτες
στο στήθος σταυρωτά τα χέρια μου
κάτω απ’ την ταφόπετρα είδα
σταθερά κουπιά βάρκας μου
προς την άλλη μεριά του κόλπου
που πάντα σκόπευα να πάω
και κούρνιαξα στην αγκαλιά σου
ανευλαβής που έγινα
του γένους μου αποστάτης
ανίερος υποστηριχτής βολβών
κι ένθερμος υπερασπιστής του όρκου που δώσαμε
κάτω απ’ την ευοίωνη πανσέληνο
~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

IMAGES OF ABSENCE

images of absence cover

CAREFREE

In the breeze of twilight
your arm moves
outside the window
of the car and
suddenly you grab
your hat and with ease
you let it fly away

free like I am
—you say, a bird
in the wind’s embrace

and I smile
and touch your hair

ΞΕΓΝΟΙΑΣΙΑ

Στης εσπέρας τη δροσιά
το χέρι σου κινείται
έξω απ’ το παράθυρο
του αυτοκινήτου
και ξάφνου πιάνεις
το καπέλλο
κι ανέμελα τ’ αφήνεις
στου ανέμου το μεθύσι

λεύτερο σαν και μένα
—λες, πουλί
στου κόσμου την αγκάλη

καθώς χαμογελώ
κι αγγίζω τα μαλλιά σου

~IMAGES OF ABSENCE-Ekstasis Editions, Victoria BC, March, 2015
~ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ-ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Καλοκαίρι, 2015

UBERMENSCH-ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FIRST TOUCH

As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ

Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

SECOND ADVENT OF ZEUS

images

C

And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to set a date with Death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur

ΙΙΙ

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδεία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμη
κι εταχτοποίησα
το ραντεβού μου με το θάνατο
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια μάνας
νιογέννητη γιορτή
λάθος επιτρεπτό
δυο πόδια για να περπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σημάδια

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress

SECOND ADVENT of ZEUS/ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ του ΔΙΑ

images

B

Τhe moment came when Hera ordered

to throw myself into
the darkness of the uterus

cell by cell
molecule by molecule
the concept of division
to define

I wasn’t that bad in my absence

many-faceted
multi-layered
manifold

the expressionist
the hedonist
the self- absorbed

the clown that I was
meant to become

after the cosmic
conditioning
took charge
of my life

ΙΙ

Κι ήταν η στιγμή που η Ήρα διέταξε

μέσα στης μήτρας
το σκοτάδι να ριχτώ

κύτταρο με το κύτταρο
μόριο με το μόριο
την έννοια διαίρεσης
να καθορίσω

τελικά δεν ήμουν κι άσχημος στην απουσία μου

πολύπλευρος
πολυδιάστατος
πολυσχιδής

εξπρεσιονιστής
ηδονιστής
εγωκεντρικός

ο γελωτοποιός
που μου μέλλονταν να γίνω

απ’ τη στιγμή
που ο συμβιβασμός
θα διεκδικούσε
τη ζωή μου

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

IMAGES OF ABSENCE-MANOLIS ALIGIZAKIS

images of absence cover

CONFESSION

My confession was simple:
father, I said, I’m a sinner
the guilt of the universe sits
heavy on my chest
forgive me that I passionately loved
the bloomed hyacinth and
the flight swings of swallows
and my two greatest sins
my unmeasured love
for the laughter of the child
and the beggars who stood
with their extended hands
filled with good wishes

my confession was simple

straight to the Purgatory
the priest delivered his opinion

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η εξομολόγησή μου ήταν απλή:
πάτερ, είπα, είμαι αμαρτωλός
η ενοχή όλης της Οικουμένης
βαραίνει πάνω στο στήθος μου
συγχώρεσέ με με πάθος
που αγάπησα το πέταγμα χελιδονιού
και τ’ ανθισμένο γιακίνθι
κι οι δυο χερότερές μου αμαρτίες
η υπερβολική μου αγάπη
για το γελάκι του παιδιού
και για του επαίτη τ’ απλωμένο χέρι
το γιομάτο καλοσύνης ευχές

η εξομολόγησή μου ήταν απλή

κατ’ ευθείαν στην Κόλαση
γνωμάτευσε ο ιερωμένος

~Images of Absence, Ekstasis Editions, Victoria, Canada, 2015

Nostos and Algos-Review/Φυλλορροές-Κριτική

 

 

filloroesnostos and algos cover

 

ΦΥΛΛΟΡΟΕΣ , Μανώλης Αλυγιζάκης, ποίηση, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ 2013

Επίγνωση είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής πολύ συνειδητά προτάσσει αυτό το ποίημα με αυτό τον τίτλο στην συλλογή του. Επίγνωση όμως για ποιο πράγμα; Για το ότι η ποιητική συλλογή αυτή υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς, ότι τα φύλλα της θα κιτρινίσουν και μοιραία κάποια στιγμή θα πέσουν αφήνοντας πίσω γυμνό να χάσκει το κενό που υποβόσκει πίσω από κάθε ποιητική συλλογή, πίσω από οποιοδήποτε έργο δημιουργίας;
Επίγνωση για το ότι όπως λέει ο στίχος του ποιήματος «για πάντα τίποτε δεν μένει»;
Αφιερωμένη στους γονείς του η συλλογή. Που έζησαν τα γηρατειά τους στο χωριό. Και το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο όχι βέβαια συμπτωματικά, «Ζευγάρι Γερόντων». Κρασί, ελιές, φέτα, σαλάτα κάτω από μία κληματαριά, μονόλογος μοναξιάς, επίλογος ζωής. Αγωνία για τον γιό που ζει στα ξένα αλλά και καρτερία και διαστολή της καθημερινότητας και των απλών στιγμών ευτυχίας, ξέχασες να κόψεις την σαλάτα.
Ποιο είναι το αλφαβητάρι του ποιητή; Κυρίαρχη θέση έχει το Τ της τρυφερότητας. Αν δεν ανοίγει κάποιος τον εαυτό του στην αγάπη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η βραδυφλεγής ανατρεπτική δύναμη που κάνει ένα σπίρτο να μετατρέπεται σε φιτίλι ή ένα νυχτολούλουδο σε καλειδοσκόπιο του σύμπαντος είναι η κινητήρια δύναμη σ’ αυτό το βιβλίο. Ο έρωτας και ταυτόχρονα όμως ο θάνατος που καιροφυλακτεί. Ο αδυσώπητος νόμος που διέπει την ζωή των θνητών.
Δακρύζω λέει ο ποιητής στο ποίημά του Νυχτολούλουδο που γοργά η νύχτα πέρασε.
Η φιλοσοφία του αιώνιου γίγνεσθαι του Ηράκλειτου. Η κίνηση που εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Αυτός είναι ο κορμός του δέντρου των Φυλλοροών του Μανώλη Αλυγιζάκη.
Για τον ποιητή ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος, ένα τριαντάφυλλο, μία συστάδα με πεύκα ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ήβη μίας γυναίκας, ένα κοπάδι από σπουργίτια, ένα σεντόνι τυλιγμένο σε αγαπημένο σώμα, οι καθημερινές μικρές τελετουργίες, το βούρτσισμα των μαλλιών, το πλύσιμο του προσώπου των αγαπημένων μας αποτελούν ένα ιερό μυστήριο στο οποίο μυείται με προθυμία και ταπεινότητα.
Φοβάται όμως μήπως η έννοια του μυστηρίου καταπατηθεί από τους ιερόσυλους, από τους ανθρώπους που με τσιμέντο κονιορτοποιούν το συναίσθημα και την ευαισθησία, από τις ιερόδουλες και τους νταβατζήδες που καπηλεύονται την ιδεολογία και ανάλγητοι ισοπεδώνουν τα πάντα.
Για τον ποιητή όλα χάνονται, κυλούν μέσα από τα δάχτυλά του, γίνονται άμμος, ρευστή ύλη που διαλύεται, όλα εκτός από ένα χαμόγελο, ένα μικρό τώρα που αχνίζει, που δεν διαιρείται, δεν αναλύεται, είναι η στιγμή που κοχλάζει.
Η μοίρα είναι προδιαγραμμένη, κλείνουμε ραντεβού με το θάνατο κάθε στιγμή, προδίδουμε τον εαυτό μας και τον άλλο, γεμάτοι πλεονεξία ποθούμε πράγματα που ανήκουν σε άλλο, κινούμαστε ανάμεσα σε άμπωτη και παλίρροια, σε ρεύματα που μας πηγαίνουν μπροστά και πίσω, παλεύουμε κάθε στιγμή την αίσθηση της ματαιότητας και του κενού.

«δεν μπορεί» λέει ο ποιητής στο ποίημά του Ρεύματα.
Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κι άλλη μια φορά.
Σίγουρα πρέπει
να υπάρχει.
Οπωσδήποτε πρέπει.

Βαθιά φιλοσοφική και υπαρξιακή αυτή η συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη, το θαύμα που περνάει και χάνεται, η σιωπηλή αποδοχή και η προσπάθεια κατανόησης, θολή κωπηλασία με μία βάρκα μέσα στην ομίχλη.
Ο ποιητής καλοπιάνει τον θάνατο, προφέρει το όνομά του, προσπαθεί να τον ξορκίσει, ουσιαστικά όμως αποδέχεται πια πολύ συνειδητά τον όρο του συμβολαίου της ζωής που στην ρήτρα του υπάρχει η λέξη θάνατος.

Στα ποιήματα Πυργίσκος, Ήρωες και Ανατολή ο ποιητής σαρκάζει για την εξουσία που στέλνει νέα παιδιά να πολεμήσουν ως πρόβατα επί σφαγή, για τους στρατηγούς, τους επίσκοπους, τις σημαίες και την καπηλεία του πολέμου.
Στα τέσσερα τελευταία ποιήματα της συλλογής ( Φακός, Λαχτάρα, Κλαδιά και Επιμονή) προς το τέλος του ποιήματος εμφανίζεται ο στίχος και λες με μία παύλα δίπλα του ή κι είπες με μία παύλα δίπλα του, διαβάζω τους στίχους που ακολουθούν λοιπόν μετά την παύλα και στα τέσσερα αυτά ποιήματα.
Φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά/του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.
Τι καλά να κολυμπούσαμε στο κρύφιο περιγιάλι μας.
Πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή/για να πετώ ψηλά στα σύννεφα
Και ο τελευταίοι στίχοι του τελευταίου ποιήματος της συλλογής
Ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα

και νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο τέλος από αυτό.

~Χλόη Κουτσουμπέλη, ΕΝΕΚΕΝ, Νο 33 Θεσσαλονίκη, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014

 

Nostos and Algos, poetry by Manolis Aligizakis, EKSTASIS EDITIONS

Awareness is the title of the first poem of this collection and not without reason.
The poet selects this poem as the first one but awareness for what? Because this poetry collection of 46 poems is subject of the natural laws of decay, like tree leaves that turn yellow and fall at some moment leaving behind them the gaping void that lies under every poetry collection behind every creative form? Or is it awareness because, as the last verses claim, nothing stays forever?
The collection is dedicated to his parents who lived their last years in the village and the second poem of the book “Old Couple” is at that exact point with images such, olives, feta cheese, wine, salad under the grape vine, monologue of loneliness, epilogue of their lives. Agony for a son away in a foreign land but expectation, longing, and the everyday events transcend into moments of happiness and laughter, you forgot to make the salad.
What is the poet’s primer? Prime roll plays the sound of the letter t from the word tenderness. When one doesn’t open himself to love one has no reason for living. The slow spark that reverses the equation and turns into a wick and becomes a conflagration, or a night flower that turns into the kaleidoscope of the Universe are the underlying forces of this book. Eros and at the same time Death that lurks behind everything; the unstoppable law of the cosmos that controls the people’s lives and emotions.
I too grieve,
that night has passed by so fast
the poet says in Night Flower:
Heracleitos’ philosophy of the ever changing world the continuous movement of things and people like a river that forever evolves and renews. This is the backbone of the book Nostos and Algos.
For the poet the microcosm and the macrocosm is a rose, a thicket of trees in the afternoon, the mound of a woman, a flock of sparrows, a bed-sheet that wrapped the body of the beloved, the simple events of everyday life, the brushing of teeth, the washing the face of a beloved person become a mystery into which he delves with willingness and humbleness.
Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday events may be violated by the sacrilegious people of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path.
For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers; we arrange our date with Death at every moment, everything except of a smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles.
Fate is predetermined we arrange our date with Death every day, we betray ourselves and others, we yearn for things that belong to the other, we move between high and low tide in currents that take us forth and back we fight at every moment the feel of this futility and the void.
Then, there must be
another time
there must be
it must

the poet says in Tides

Deep philosophical, existential collection, this book by Manolis, the miracle passes and vanishes, the silent acceptance and the effort to understand, is but the vague oaring in a foggy day.
In the poems Turret, Heroes, Sunrise, the poet is sarcastic to the leadership that sends men to war like lambs to the slaughterhouse, for the sake of the generals, the bishops the flags and the business of war.
In his last four poems, Lens, Craving, Branches and Insistence toward the end of each poem the words and you said — appear as if the poet talks to someone next to him and I can see no other way to end this beautiful book but the phrase of the last poem:
Again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver.

~Cloe Koutsoubelis, ENEKEN, No 33, Salonica, Greece, Fall-Winter 20

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τασος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
Η ΕΚΤΗ ΗΜΕΡΑ

Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα
μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να
μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν
τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το
φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’
την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν
πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’
την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-
γη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί
μ’ έβλεπαν.

THE SIXTH DAY

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;
she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this
to us” she said; at the far end pale workers put together the big
stage of the circus
“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged
the lamp-post of the street
my young cousin was almost dead when I pushed her behind the
closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like
a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the
closet, half eaten by the mice
and it was the sixth day of creation
pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof
of the station
I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind
could see me.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis-Selected Poems /Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

cover

Secret Gate

Wings stirred under the furniture and at the end of the hall

the dark mirror made the children often sick, because they

didn’t want to grow up,

mother cried and beg me to come down, but my fate was

to walk on the ceiling, my own battle, mother, where I was

the only dead.

Μυστική Πύλη

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τά έπιπλα, καί στό βάθος

ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τά παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά,

γιατί δέν ήθελαν νά μεγαλώσουν,

η μητέρα έκλαιγε καί μέ παρακαλούσε νά κατέβω, μά εμένα

ήταν η μοίρα μου νά περπατάω στό ταβάνι, μιά μάχη δική μου,

μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.

Γι’ αυτό ήξερα καί τών ουρανών τή μυστική υπόγεια πύλη.

 Creation

He would sit out in the fields and draw birds

on the soil. But the birds yearned for the sky. Then

he drew all around them the infinite sorrow.

And the birds flew away.

Δημιουργία

Καθόταν έξω στά χωράφια καί σχεδίαζε πάνω στό χώμα

πουλιά. Μά τά πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε

γύρω τους τήν αιώνεια θλίψη.

Καί τά πουλιά πέταξαν.

Night

The night is a door only the blind see

darkness makes the animals hear better

and he staggered, not from being drunk

but by his futile effort to climb

up to the tower, we had once lost.

Νύχτα

Μιά πόρτα τή νύχτα πού τή βλέπουν μόνο οι τυφλοί,

τό σκοτάδι κάνει τά ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,

κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ τό πιοτό,

μ’ απ’ τήν απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει

στόν πύργο, πού χάσαμε κάποτε.

Guilt

Then, what did they look for, what was I guilty of, I, who’s

only crime was that I couldn’t grow up; always chased,

where could one find time, for this I stayed gullible and

I always hugged the cold railing of the bridge.

While at the far end, far away, my true life stared at me

as though seeing a foreigner.

Ενοχή

Τί ζητούσαν, λοιπόν, σέ τί είχα φταίξει, εμένα

τό μόνο μου έγκλημα ήταν ότι μπόρεσα νά μεγαλώσω

κυνηγημένος πάντα, πού νά βρείς καιρό, έτσι έμεινα

εύπιστος κι αγκάλιαζα τό κρύο σίδερο τής γέφυρας.

Ενώ απ’ τό βάθος, μακριά, μέ κοίταζε σάν ξένο

η πιό δική μου ζωή.

~Translation by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης, Εκλεγμένα Pοιήματα

cover

For a Woman

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

But it was so simple:

since you loved me

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

a great promise.

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

The Defeated

He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

The same man returned home, without face—like God.

Ο Ηττημένος

Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

Pigsty

Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

Χοιροστάσιο

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

The Sixth Day

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

and it was the sixth day of creation,

pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.

Η Έκτη Ημέρα

Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.