AUTUMN LEAVES

autumn leaves cover

ΣΤΑΛΛΕΣ

 

Ήταν ξημέρωμα όταν

στρέψαμε τα μάτια προς

το σκοτεινό σημείο του ορίζοντα

εκεί που σαν αγέρας

έστεκε η μοίρα μας

ανεξήγητη, απροσπέλαστη,

αδιάντροπα προκλητική,

και μόνο κείνος, με το ακρωτηριασμένο

μπράτσο αναστέναξε και πίσω

γύρισε να πάει προς στο σπίτι

στην ίδια την καρέκλα του να κάτσει

με μια τέτοιαν απίστευτη ηρεμία

λες κι είχε λύσει όλα του κόσμου

τα προβλήματα κι εμείς στέκαμε

με τα χέρια απλωμένα

βαρειές να πέσουν στις παλάμες μας

οι στάλλες της πρώτης

φθινοπωριάτικης βροχής.

 

 

 

RAINDROPS

 

It was daybreak when we turned

our eyes toward the dark

spot of the horizon where

like the wind our fate stood

inexplicable, inaccessible

shamelessly challenging us and

only him, the one with

the severed arm sighted and

turned back to the house

to sit in his chair with

such calmness as if he had

solved all the world’s problems

though we kept our hands

extended that onto our palms

would fall heavy the drops

of the first autumn rain

 

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

 

CLOE and ALEXANDRA/ΧΛΟΗ και ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Image

 

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

 

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.

Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

THE PENCIL

The strange way you hold
the pencil excites me.
I feel its pressure on the paper
your touch on the point.
Your fingers have substance
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Your ardor flows even when you write.

~Alexandra Bakonika

TEΛΕΙΑ ΜΕΡΑ 

                                    .

Δεν ήταν η παραλία

Θεσσαλονίκη ξημερώματα

τόσο τέλεια ξεπλυμένη

στις αποχρώσεις της βροχής,

ούτε η θάλασσα

βραχνή, ορμητική

άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,

δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια

με την παχύρρευστη μοναξιά

του άδειου τους κενού,

ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα

ότι έστω για μια φορά

φορά πρώτη, φορά θάνατος

ήρθες μέσα μου

πίσω από την ψυχή,

κάτω από τα στόματα του κορμιού,

ήρθες κι έμεινες.

PERFECT DAY

It wasn’t the seashore

of Salonica during the daybreak

so cleanly washed by

the hues of the rain

nor the sea

hoarse, violent,

wild lion with blue flames,

it wasn’t the benches in rows

with the fatty loneliness

of their emptiness,

it was that last night I dreamed

perhaps for once

for the first time, first time death

you entered my body

behind my soul

under the mouths of the body,

you entered me and stayed.

~Cloe Koutsoubelis