“Don’t go”, I say to him, but he had already started along with
the other convicts; he only left behind his hand that often held me
by the edge of the bridge; a sick horse was rotting away on the side
of the road and at night I would hear the weathervane helping it to
turn to the other side
I remembered the first night when we buried father — oh, how
I hated him for the role of the servant he played, opening our door
to the great darkness
forlornness and only the cracked walls made visible the horrible
silent faces we often pass by.
There I lived so lonely that I heard the other voices and when
night came the dead stole my blanket and lied outside the door
until the new day broke and the rooster’s call was crucified
over my body.


“Μή φεύγεις” του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους
άλλους καταδίκους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με
κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην
άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το
βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα — πως τον
μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιξε, ανοί-
γοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα
φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν
νύχτωνε, οι νεκροί μου κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω
απ’ την πόρτα, ώσπου ξημέρωνε και σταυρωνόταν πάνω μου το
λάλημα του πετεινού.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems



     Καθόταν σ’ ένα σκαμνί στό προαύλιο, καί τά χέρια του ήταν

τόσο αδέξια, πού μάς είχαν κιόλας προσπεράσει, “κάποτε θά γκρε-

μίσουν τό σπίτι, μού λέει, καί τότε θά τό βρούν”,

      κάι κάθε τόσο κάποιος τυλιγόταν μ’ ένα σεντόνι στήν άκρη τής

κάμαρας, ήταν η στιγμή πού δραπέτευσε, ώσπου τό σεντόνι έπεφτε

άδειο κάτω στό πάτωμα κι εμείς είχαμε πιά έναν παντοτινό φίλο,

     στούς σταθμούς περίμεναν σειρά οι μετανάστες, κρύβοντας κάτω

απ’ τό παλτό τους τό ταξίδι σάν ένα ετοιμοθάνατο σκυλί,

     κι ο θείος Ηλίας, χρόνια μετά τό θάνατό του, στεκόταν ακόμα

στό πεζοδρόμιο, ο πλούσιος συγγενής μας, όμως, ούτε γύρισε νά

μάς δεί, “θείε, τού είπα, αφού ήξερες, γιατί ξανάρθες;”, “δέν μπο-

ρώ νά κοιμηθώ, μού λέει, πρέπει νά χάσω ακόμα”,

     έκανα νά φύγω, αλλά στήν πάροδο είδα τό μουγκό παιδί, είχε

ακουμπήσει στόν τοίχο κι έκλαιγε, καί τώρα πάνω στόν τοίχο ήταν

ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο, ενώ έξω χιόνιζε κι οι περαστι-

κοί πεθαίναν μέσα στά λόγια τους.



     He sat on the stool by the front yard, his hands so clumsy, they had

already overtaken us “someday they will demolish the house”, he says

to me, and they’ll discover it”

     and every so often at the far end of the room someone wrapped around

him a bed-sheet, it was the time he escaped, until the bed-sheet fell

empty on the floor and we had a friend forever,

     in the stations, the immigrants were lined and waited hiding inside

their overcoats the voyage like a dog on its death bed

     and uncle Elias, our rich relative, years after his death, still stood

on the sidewalk, however, he didn’t turn to look at us, “uncle”, I said,

“since you knew, why you came back?”, “I can’t fall asleep, he says to

me, I still have to lose some more”,

     I tried to leave, but on the side-street I met a deaf boy, he was leaning

on the wall and he was crying, and now on the wall there was a small lit

chapel while outside, snow fell and passers-by drowned in their words.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translation by Manolis Aligizakis