Τάσος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΘΩΣ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

 

Στο βάθος υπάρχει πάντα μια μικρή παρόρμηση, ανεξιχνίαστη,

από παλιούς αποχαιρετισμούς, από μακριές σιωπές σε κρύα

δωμάτια, ενώ με το πέσιμο της νύχτας ξεσπάει πάλι ο πα-

νικός —

το κακό είναι αθεράπευτο, κι η στέγη του σπιτιού μια τρομερή

απειλή

για κείνους που ξεχνάνε.

 

AS NIGHT FALLS

 

In depth there is always a secret impulse, indescribable,

from ancient farewells, from far away silences in

cold rooms but as the night falls again the panic

returns —

evil is incurable and the roof of the house a horrible

threat

for the ones who forget.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μια μια, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος.

 

AFTERNOON DELIGHTS

 

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ajmer Rode//Manolis Aligizakis

ΠΡΟΩΡΟ ΣΧΗΜΑ ΛΟΓΟΥ

Έχω πετάξει με πουλιά
που κάνουν φωλιές
κοντά στην καλή σοδειά.

Περιπλανήθηκα με γιόγκι
που βαθιοκοιμούνται
σ’ ένα κόσμο δίχως βάθος.

Πολέμησα δίπλα σε θεριά
που ζήτησαν
ένα ποτήρι σερμπέτι
στη μανία της μάχης.

Έζησα μ’ εκκεντρικούς
που υπερβαίνουν σύνορα
φυλών και χρωμάτων δέρματος
που άσκοπα ταξιδεύουν
σε χώρες πέρα απ’ τον ωκεανό.

Τώρα επιπλέω σ’ ένα
πρόωρο σχήμα λόγου
μερικές φορές μεσσίας στο διάστημα
κι άλλες το σκύλο του γείτονα
να πλύνω.
Premature Metaphor

I have winged with the flock
that nest
where the crop is good.

Wandered with the yogis
who sleep deep
in a world with thin flesh

Fought along the warriors
who ask
for a glass of sherbet
at the height of the battle

Moved with the eccentrics
who transcend
boundaries of races and colors
roam free on other lands
across the oceans.

On a premature metaphor
I float
sometimes a space age messiah
sometimes a washer man’s dog
I become.

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Τα παιδιά θα διαβάζουν
και θ’ αναρωτιούνται
ποιά χρόνια ήταν τότε
που οι άνθρωποι έστελναν
την αγάπη τους σε κάποιο
άλλο πρόσωπο μ’ ένα γράμμα
τότε που στις αυλές τους φύτρωναν
κίτρινες και κόκκινες πασχαλιές

που κάθε καλοκαίρι γιόρταζαν
κι ένα νέο χρώμα

που ανθρώπου πρόσωπο
μ’ άλλο χρώμα
δεν μπορούσαν ν’ανεχτούν

Those Times

Children will read
and wonder
what times on Earth
were those
when people sent
their love and
best wishes in
white and black
their yards grew
yellow red lilac

Every summer they
celebrated a new color

human face of a
different color
they barely tolerated

~Poetry by Ajmer Rode, translated into Hellenic by Manolis Aligizakis

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla

 

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα
τίς θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα
η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι
πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis