Ubermensch

ubermensch_cover

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

 

Επειδή όλοι θά `θελαν να `ξεραν πού ανήκαν, οι Μοίρες

είχαν το ρόλο τους κι όχι μονάχα που καθόριζαν του καθενός

την ιστορία αλλά και που βοηθούσαν την εξωτερίκευση

του αληθινού εαυτού που θα στέκονταν ενάντια

στην Άβυσσο. Κι ήταν τότε που πήραμε τα όπλα

να πολεμήσουμε κατά της ίδιας μας της αρετής

να εξαλείψουμε όλα τα ολόχρυσα χαρίσματά μας

για να σταθούμε ολόγυμνοι μπροστά στο δίδαγμα του

που από μέσα μας ξεπήδαγε κι από τα χείλη

του σοφού μας μύστη.

 

Κι αφού όλοι οι δυστυχισμένοι φοβότανε ανύπαρκτα

φαντάσματα, κατάρες κεντητές κι ετικέτες βρώμικες,

ζωγραφίσαμε εικόνες Κόλασης κι αστραφτερό

το Καθαρτήριο παρουσιάσαμε σ’ άσπρες σελίδες

για να κρατούν δεσμώτες τους αστούς μπροστά

στο εκτελεστικό απόσπασμα και με τα μάτια καλυμένα.

 

Κι αυτό, είπε, ήταν σωστό και δίκαιο.

 

 

~ Μου αρέσουν όποιοι μοιάζουν με βαριές σταγόνες

που αργοπέφτουν από τα κατάμαυρα σύννεφα

που σκεπάζουν τους ανθρώπους.

 

 

 

EXECUTION SQUAD

 

 

Since everyone always liked to know

where they belonged, the Fates played their role:

they not only outlined everyone’s history

but they also helped externalize one’s true self

that stood opposite the Abyss and we took

up arms to fight against our virtues, to obliterate

all our golden grace that we would stand naked

before the teaching which sprang from deep

within us and from the lips of our initiate.

 

And since the desperate were afraid of

inexistent ghosts, new curses and dirty etiquettes,

on snow white pages we drew images of the Inferno

and gleaming we presented the Purgatory to keep

them captive and blindfolded before the execution

squad.

 

And this, He said, was good and just.

 

~ I like those who resemble heavy drops of rain that

slowly fall from the black clouds that cover men.

 

~Ubermensch, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS

George Seferis_cover

ACTORS

We put up theaters and take them down
wherever we may find ourselves
we put up theaters and set the stage
yet our destiny always wins and

it sweeps them as it sweeps us
the actors and the actors’ director
the prompter and the musicians
scattered to the five hasty wings.

Flesh, mats, woods, make-up
rhymes, emotions, peplos, jewellery
masks, sunsets, wails, and yelling
and exclamations and sun risings

thrown amongst us in disarray
(where are we going? where are you going?)
exposed nerves over our skin
like the stripes of a zebra or an onager

naked and airy, dry and burning
(when were we born? when they buried us?)
and stretched like the strings
of a lyre that always buzzes. Look also

at our hearts; a sponge
dragged on the street and the bazaar
drinking the blood and the bile
of the tetrarch and of the thief

~Middle East, 1943

“George Seferis-Collected Poems”, translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, 2012
Book was short-listed at the National Greek Literary Awards, category translation, the highest Greek poetry recognition.

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
(πες μου που πάμε; πες μου που πας;)
πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βουίζει. Δες

και την καρδιά μας∙ ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

Μέση Ανατολή, Αύγουστος ’43

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

cover

The Carriage

    The foreigner chatted with the woman in a low tone, of course,

the woman was dead and he stared at his destiny, that useless outline

the dead leave on the chair,

    birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all

the stories ended, embalmed old men sat behind the window glass

the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets

and wreaths for glory we had once dreamed off,

     however, in the same house those others lived, who we never see,

only during the nights you’d hear them walk holding the put out lamps

and sometimes we mistook their incomprehensible gestures as ours,

     and the young dead servant girl, with who long ago we slept,

now stretched her arm in my vigils that I’d give her a pair of nylons

I had promised her.

     Then stillness and the sound of the departing carriage faded away

slowly.

ΤΟ ΑΜΑΞΙ

Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μέ τή γυναίκα, βέβαια,

η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε τό πεπρωμένο, πού σάν

μιά άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί πάνω στό κάθισμα,

τά πουλιά χτυπούσαν στό ταβάνι κι έπεφταν στό βρώμικο νιπτή-

ρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν

πίσω απ’ τά τζάμια, κι η στοά σκοτεινή μέ τά υγρά μαγαζιά πού

πουλούσαν μεγάλα στρίποδα γιά φέρετρα καί στέφανα απ’ τίς δόξες

πού είχαμε ονειρευτεί,

όμως, στό ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, πού δέν

τούς βλέπουμε, μόνο τίς νύχτες άκουγες νά περπατάνε κρατώντας

τίς σβησμένες λάμπες, καί καμιά φορά περνούσαμε γιά δικές μας

τίς ακατάληπτες χειρονομίες τους,

κι η μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, πού πλαγιάζαμε κάποτε, άπλω-

νε τώρα τό χέρι της μέσα στίς αγρύπνιες μου νά τής δώσω ένα

ζευγάρι κάλτσες πού τής είχα υποσχεθεί.

Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος τού αμαξιού πού έφευγε έσβηνε

σιγά σιγά.

 

~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

~Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ/KOSTIS PALAMAS

 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ/KOSTIS PALAMAS

Eθνικός Ποιητής της Ελλάδας/National Poet of Greece

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.

Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.

Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. Το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές και χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.

 KOSTIS PALAMAS

Kostis Palamas (Greek: ΚωστήςΠαλαμάς; 13 January [O.S. 8 January] 1859 – 27 February 1943[1]) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School (or Palamian School, or Second Athenian School) along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.

Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland“, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.

Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.

The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum“, as well as many temporary exhibitions.

He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem,[2]The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

“RUINS” from the book “Still Life”
Translated by Alex Moskios

I returned to my golden playgrounds,
I returned to my white boyhood trail,
I returned to see the wondrous palace,
Built just for me by love’s divine ways.
Blackberry bushes now cover the boyhood trail,
And the midday suns have burned the playgrounds,
And a tremor has destroyed my palace so rare,
And in the midst of fallen walls and burned Timbers,
I remain lifeless; lizards and snakes
With me now live the sorrows and the hates;
And of my palace a broken mass now remains.

“GRIEF” from the book “Heartaches of the Lagoon”
Translated by Alex Moskios

My early unforgettable years I lived them
close to the sea,
there by the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

And every time that my budding, early life
comes back to me,
and I see the dreams and hear the voices
of my early life there by the sea,

you, oh my heart, feel the same old yearning:
if I could live again,
close to the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

Was it really my destiny, was it my fortune,
I haven’t met another
a sea within me as shallow as a lake,
and like an ocean boundless and big.

And, lo! In my sleep a dream brought her
close again to me,
the same there shallow and calm sea,
the same there boundless and open sea.

Yet, thrice be alas! A grief was poisoning me,
a powerful grief,
a grief that you did not lighten, my dream
of my great early love, my home by the sea.

What storm, I wonder, was raging in me,
and what whirlwind,
that couldn’t put it to rest, or lull it to sleep
my wonderful dream of my home by the sea.

A grief that is unspoken, an unexplained grief,
a powerful grief,
a grief not quenched even within the paradise
of our early life close to the boundless sea.