When the trumpet sounded, all was
prepared on earth
and Jehovah parceled the world
to Coca-Cola Inc, Anaconda,
Ford Motors and other entities;
the United Fruit Company Inc
reserved for itself the juiciest coast of my country
the sweet waist of America.
it re-baptized its territories
as the “Banana Republics,”
and over the dead people
upon the restless heroes
who brought about greatness
and flags and freedom
it established the Opera Bufa:
it alienated self-destiny
regaled Ceasar’s crowns,
unsheathed envy, drew
the dictatorship of flies:
Trujillo flies, Tacho flies
Carias flies, Martinez flies
Ubico flies, flies soaked
in humble blood and marmalade
drunk flies that drone
over the common graves
circus flies, clever flies
versed in tyranny.

Among the bloodthirsty flies
the Fruit Company disembarks
ravaging coffee and fruits
for its ships that spirit away
our submerged land’s treasures
like serving trays.

Meanwhile, in the seaports’
sugary abysses,
Indians collapsed, buried
in the morning mist:
a body rolls down, a nameless
thing, a fallen number
a bunch of lifeless fruit
dumped in the rubbish heap.


Καθώς ακούστηκε η τρομπέτα
όλα ετοιμάστηκαν στη γη
κι ο Ιεχωβάς διαίρεσε τον κόσμο
σε Κόκα-Κόλα ΑΕ, Ανακόντα,
Φόρντ Μότορς και σ’ άλλες μονάδες.
Η Ενωμένη Εταιρεία Φρούτων
κράτησε την πιο χυμώδη ακτή της χώρας μου
τη γλυκιά ζώνη της Αμερικής.
Ξαναβάφτισε τις εκτάσεις της
δημοκρατίες της μπανάνας
και πάνω στα νεκρά σώματα
πάνω στους ακοίμητους ήρωες
που δόξασαν τον τόπο
με σημαίες και μ’ ελευθερία
εγκαθίδρυσε την γελοία Όπερα:
αποξένωσε τη μοίρα του τόπου
πρόσφερε κορώνες του Καισαρικές
ξεσπάθωσε τη ζήλεια, γέννησε
των μυγών τη δικτατορία:
της μύγας Τρουχίλο, μύγας Τάχο
μύγας Καρία, μύγας Μαρτίνεζ
μύγας Ουμπίκο. Μύγες βουτηγμένες
στο ταπεινό αίμα και στη μαρμελάδα
μύγες μεθυσμένες που πετούσαν
πάνω απ’ τα κοινά νεκροταφεία
μύγες του τσίρκου, έξυπνες μύγες
δασκαλεμένες στην τυρρανία.

Ανάμεσα στις διψασμένες για αίμα μύγες
η Ενωμένη Εταιρεία Φρούτων αρχίζει
ν’ αρπάζει καφέ και φρούτα
για τα πλοία της που πήραν μακριά
τους θησαυρούς της βουλιαγμένης μου πατρίδας
σαν σε δίσκους σερβιρισμένους.

Στο μεταξύ, στων λιμανιών
στη ζαχαρένια άβυσσο
οι Ινδιάνοι κατέρρευσαν και θάφτηκαν
στην πρωινή ομίχλη:
ένα σώμα που κατρακυλά ανώνυμο
ένας αριθμός που έπεσε
ένα μάτσο σαπισμένα φρούτα
που πέταξαν στο σωρό των σκουπιδιών.

~Canto General, by Pablo Neruda, translated from English to Greek by Manolis Aligizakis




Your sin will always be more than enough
in the silent hospitality of earth
your evil thought will always harm your eyes
that you carry in your two hands
like broken street lamps
yet you’ll follow the path of the sun
guided by the hammering of water
that builds houses and laboratories
of gods in the sea floor
you’ll follow the path of the sun
accepting the advice of children
who direct flocks of shadows and thunderbolts
that you’ll have as a roommate the fairy
dressed in the morning shyness
that you’ll reign over
the fruitful earldom of October
hunted hunter
with the insubordinate belt
brother of my fear and my lust
and blood brother


Πάντα θά περισσεύει τό κρίμα σου
πάνω στή βουβή φιλοξενία τῆς γῆς.
Πάντα ἡ κακή σου γνώμη
θά σοῦ σαραβαλιάζει τά μάτια
νά τά κρατᾶς στά δυό σου χέρια
σά σπασμένα φανάρια.
Ὅμως θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ὁδηγημένος ἀπό τῶν νερῶν τίς σφυριές
πού χτίζουν στούς βυθούς
τά σπίτια τῶν θεῶν καί τ’ ἀργαστήρια.
Θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ἔχοντας συβουλατόρους τά παιδιά
πού σαλαγᾶνε τά κοπάδια τῶν ἴσκιων καί τῶν κεραυνῶν.
Γιά νά ᾽χεις ὁμοθάλαμη κάποια νεράϊδα
ντυμένη πρωινή ντροπαλοσύνη.
Γιά νά ἡγεμονεύεις
στίς καρπερές κομητεῖες τοῦ Ὀκτώβρη.
Κυνηγημένος κυνηγός
μέ τήν ἀδάμαστη ζώνη.
Τοῦ φόβου καί τοῦ πόθου μου ἀδερφός.
καί ἀδερφοποιτός.

HOURS OF THE STARS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015

Fate of the Seed by Ajmer Rode

Ajmer Rode
Fate of the Seed

It’s the seed’s fate
what earth it falls on
but sprout it must
and sprouting, to wither

or flourish into green leaf
only the earth will know

or the woman who is watering the earth
seeing the journey of the Seed into plant
plant into flower
and the flower up into her tresses.
Η μοίρα του σπόρου

Απ’ τη μοίρα του σπόρου εξαρτάται
σε τί χώμα θα πέσει
μα να φυτρώσει πρέπει
κι αφού φυτρώσει να μαραθεί

ή να ευδοκιμίσει σαν πράσινο φύλλο
μόνον η γη το γνωρίζει

κι η γυναίκα που ποτίζει το χώμα
και ξέρει την πορεία απ’ το σπόρο στο φυτό
απ’ το φυτό στο λουλούδι
και το λουλούδι στο βόστρυχό της

~Ποίημα του Πακιστανού ποιητή Ajmer Rode σε μετάφρασή μου.

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis


images ODYSSEY BY NIKOS KAZANTZAKIS Oh, Great Oriental Sun, golden cup of my proud mind slanting I like to wear you, wish to play and while you and I are alive that our hearts will rejoice. This Earth is good, it suits us, like a global grape it hangs, my God, in the blue air and shivers in the tempest nibbled by the spirits and by the birds of the winds let us nibble on it too that it will refresh our minds! ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου, αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω, όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας. Καλή `ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας! ~Translated by Manolis Aligizakis




In the beginning the light And the first hour
when the lips still in the clay
taste things of the world
Green blood and golden bulbs in the earth
And most beautiful in its sleep unfolded the sea
ethereal unbleached gauzes
under the carob trees and the tall standing palm trees
There alone
crying plaintively
I faced the world
My soul was searching for Beacon and Champion
Then I remember I saw
the three Black Women
raising their arms to the East
I saw their golden backs and to their right
the cloud they left behind
snuffing out slowly And plants of different shapes
It was the sun with its axis inside me
with a myriad sunrays calling And
this truly who I was the many eons ago
The still fresh in the fire The uncut from the sky
He came, I felt, and lean
over my cradle
like memory become present
the voice He took of the trees, of the waves:
“Your commandment,” he said, “is this world
written in your viscera
Read and try
and fight” he said

“Each with his own weapons” he said
And he spread his arms like
a young novice God to create both pain and pleasure.
First pulled up by force
and high on top of terraces fastened loose
the Seven Cleavers
fell like the Tempest
at the point zero where the fragrance
of a bird re- commences
transparent repatriated blood
and monsters took the face of man
so plausible the undecipherable
And then all the winds of my family arrived
the boys with the bulgy cheeks
and the green wide tails like Mermaids
and other old familiar men
testaceous long-bearded
and they split the cloud in two and that again in four
and the little left they blew and sent to the North
and gracefully the great Koules set a broad foot on the waters
The line of the horizon gleamed
visible and thick and impenetrable

THIS the first hymn


ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρυσα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρείς Μαύρες γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων των κυμάτων:
«Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος
και γραμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μεντέμνια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
κατά πώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απ’ αρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλινοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
και το νέφος εχώρισαν στα δύο και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά κξαι αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος

~ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Οδυσσέα Ελύτη, Ίκαρος, 12η έκδοση, 1979
~ AXION ESTI, Odysseus Elytis, Ikaros, 12th edition, 1979




Athena smiled at me when I observed

that everything suited its place
nothing jutted out of position
but the palm tree
in sandy corners of the earth
that needed direction when
early in life I discovered
my secret love: the sea
dark blue and merciless
inviting and ardent punisher
of sins told and petrified

when the goddess chose
of to make my cenotaph and
to erect my statue that
spoke of greatness
true demagogue that I was
with the vague smile
upon my face

she then placed a wilted daffodil
and a fiery red carnation
over my heart
it was a sad day when
I drank water diaphanous to be
it was a diaphanous day
when I vanished
in the azure and
with my legs I strode freely
over my statue’s joy


Κι η Αθηνά χαμογέλασε που πρόσεξα

πως όλα ταίριαζαν στην θέση τους
τίποτα πουθενά δεν προεξείχε
εκτός από το φοίνικα
σ’ αμμουδερές γωνιές της γης
που χρειαζόταν ρύθμιση
φρέσκος που ήμουν στη ζωή
κι έμαθα την κρυφή μου
αγάπη: θάλασσα
γαλανή κι αμείλικτη
δελεαστική κι αυστηρή τιμωρός
δηλωμένων αμαρτιών και ξεχασμένων

και διάλεξε η Αθηνά μαρμάρινο
το κενοτάφιο να στήσει
και τ’ άγαλμά μου να υψώσει
για τη μεγαλωσύνη
που θα δημαγωγεί
μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
το προσωπό μου

κι έβαλε μαραμένο μανουσάκι
κι ένα γαρύφαλλο ολοκόκκινο
στο μέρος της καρδιάς μου

ήταν μια μέρα μελαγχολική
όταν ήπια νερό κι έγινα διάφανος
ήταν μια μέρα διάφανη
όταν εξαφανίστηκα
μες στο βαθύ γαλάζιο
και με τα πόδια μου υπερσκέλιζα
του άγάλματός μου τη χαρά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.