SKIRMISH-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ritsos_front large

SKIRMISH

You know the great loneliness of exile
these infuriated seashores that could be ours though
they are foreign
this air that harasses the window shutters
these window shutters that we have never opened
or closed
though they still trust us with all afternoons
ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Την ξέρεις τη μεγάλη ερημιά της εξορίας
αυτές τις θυμωμένες ακρογιαλιές που μπορεί νάταν δικές μας
κι είναι ξένες
αυτόν τον αγέρα που βασανίζει τα παραθυρόφυλλα
αυτά τα παραθυρόφυλλα που δεν τ’ ανοίξαμε και δεν τα κλείσαμε
ποτέ
και που ωστόσο μας εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα

Yannis Ritsos-Poems-translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

Ritsos_front large

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

TOWARD DAWN

Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ritsos_front large

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

You know the great loneliness of exile

these infuriated seashores that could be ours though

     they are foreign

this air that harasses the window shutters

these window shutters that we have never opened

     or closed

though they still trust us with all afternoons.

 

The moon rises very early stumbling on clouds.

The house of the teacher is all alone by the shore

and the light of the lamp behind the windows is more lonely

      than his daughter’s heart

when she saunters in the plaza of the island at twilight

among the pulled up boats

among the fishermen who listen to the cafe gramophone

      while mending their nets.

 

We saw the sea dusk spending its loneliness without leaving

      anything behind.

We saw the tents flying away with the wind without reaching

     far where they wait for us.

But we had arrived at home

we had lighted the lamp

we had spread a wide smile on the table

and had waited. They didn’t come.

Then it makes no sense to remain in tomorrow – even if you

had arrived

Tomorrow seems so far the same as yesterday.

Fold this big light like a tablecloth. Later on

      the supper.

The flag mast leans on the ground.

The railings of the courtyard drenched by the drops of

      rough seas

same as the wooden steps and the green balcony.

The paint doesn’t hold together – salinity eats away at it

the wind, the sun, the rain. The paint doesn’t hold together

     on these worn-out planks.

Every so often we need new repairs.

Nothing goes right. Poor patch-up jobs.

 

Τήν ξέρεις τή μεγάλη ερημιά τής εξορίας

αυτές τίς θυμωμένες ακρογιαλιές πού μπορεί νάταν δικές μας

      κι είναι ξένες

αυτόν τόν αγέρα πού βασανίζει τά παραθυρόφυλλα

αυτά τά παραθυρόφυλλα πού δέν τ’ ανοίξαμε καί δέν τά κλείσαμε

      ποτέ

καί πού ωστόσο μάς εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα.

Τό φεγγάρι βγαίνει πολύ νωρίς σκοντάφτοντας στά σύγνεφα.

Τό σπίτι τού δασκάλου είναι καταμόναχο στήν ακροθαλασσιά

καί τό φώς τής λάμπας πίσω απ’ τά τζάμια είναι πιό μονάχο

     απ’ τήν καρδιά τής κόρης του

όταν βγαίνει περίπατο τό δείλι στήν πλατεία τού νησιού

ανάμεσα στίς τραβηγμένες βάρκες

ανάμεσα στούς ψαράδες πού ακούνε τό γραμμόφωνο τού καφε-

     νείου μπαλώνοντας τά δίχτυα τους.

Είδαμε τό θαλασσινό σούρουπο να ξοδεύει τή μοναξιά του χωρίς

     ν’ αφήνει πίσω του τίποτα.

Είδαμε τί σκηνές νά φεύγουν μέ τόν άνεμο χωρίς νά φτάνουν

     εκεί πού μάς περιμένουν.

Μά εμείς είχαμε φτάσει στό σπίτι

είχαμε ανάψει τό φώς

είχαμε στρώσει ένα φαρδύ χαμόγελο στό τραπέζι

καί περιμέναμε. Δέν ήρθαν.

Δέν είναι λοιπόν νά μείνεις στό αύριο—κι άς έχεις φτάσει.

Τ’ αύριο φαίνεται έτσι μακρινό σάν καί τό χτές.

Δίπλωσε αυτό τό μεγάλο φώς σάν τραπεζομάντηλο. Τό δείπνο

      αργότερα.

Τό κοντάρι τής σημαίας ακουμπισμένο στό χώμα.

Τά κάγκελα τού προαύλιου μουσκεμένα απ’ τίς στάλες τής

     φουρτούνας,

τό ίδιο καί τά ξύλινα σκαλιά καί τό πράσινο μπαλκόνι.

Δέ στεριώνει η μπογιά, δέ στεριώνει—τήν τρώει η αρμύρα

ο αγέρας, ο ήλιος, η βροχή. Δέ στεριώνει η μπογιά σέ τούτα τά

      φαγωμένα σανίδια.

Κάθε τόσο χρειάζονται καινούργιες επισκευές.

Δέ γίνεται τίποτα. Φτωχομπαλώματα.

 

 

Γιάννης Ρίτσος-Ακροβολισμός/YannisRitsosSkirmish

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translation, Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca