Κωστής Παλαμάς//Kostis Palamas



A fleshless string of beads made of songs
I haven’t given you today
with the spells and games of a charmer
I’ll cloy you, my love.

Naked. And like a vine I’ll climb
to taste your body that devours me
the tender hairs of your mound
with my fingers I’ll conflagrate

wine that enraptures and milk that soothes
to sleep drop by drop I’ll bring
to moisten you with all my body

and on your white sculptured legs
two vases that drive me crazy
my honey like a maniac, at last, I’ll ejaculate.

Ἀπὸ τραγούδια ἒν᾿ ἄυλο κομπολόϊ
σ᾿ ἐσὲ δεν ἦρθα σήμερα να δώσω.
Με τα παιγνίδια ἐγὼ θα σε λιγώσω
και με τα ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Και σαν κισσὸς θα σκαρφαλώσω
για να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιοῦ σου τη δροσάτη χλόη
με το χέρι θρασὰ θα την πυρώσω.

Το κρασὶ που ξανάφτει και το γάλα
που κοιμίζει, θα φέρω στάλα-στάλα,
μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμί, νὰ σὲ ποτίσω.

Και στα πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
δύο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
στερνὴ μανία το μέλι μου θα χύσω.


~Κωστή Παλαμά, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Manolis Anagnostakis-Μανώλης Αναγνωστάκης


You passed too — and you too became: a good
fine man, a family man, a patriot
thirty six wreaths accompanied you, three speeches by vice-presidents
seven votes of approval for the superb service you offered

ah, Lavrentis, I only who knew what a scum you were
what a cheap bum who lived all your life in a lie
rest in peace, I won’t come to disturb your equanimity

(I shall try to exchange all my life with silence
with a heavy price and not only with my flesh as payment)

rest in peace as you have been all life-long: a good
fine man, a family man, a patriot.

You won’t be the first, not even the last.


Πέθανες- κι ἔγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα για τις ὑπέροχες ὑπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, ἐγὼ που μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μια ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στο ψέμα
Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ, δεν θα ῾ρθῶ την ἡσυχία σου να ταράξω.

(Ἐγώ, μια ὁλόκληρη ζωὴ μες στη σιωπὴ θα την ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)

Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ. Ως ἤσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ῾σαι ο πρῶτος οὔτε δα κι ο τελευταῖος.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Translated by Manolis Aligizakis



     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again  

in the idiocy of a system.


The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.


     Evoe, oh, free elements, evoe.


     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.



     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.


Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.


      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.


     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.