Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα
ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,
κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-
σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο
σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-
ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-
ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον
άλλον
αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις
απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν
μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,
και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς
καθαρά.
AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected
while what we’ve feared had already taken place and was inside us
and we carried it to the dangerous hour and often you would stop
in the middle of the stairs because, who knows where was the next
step; especially in the night as you walked through the empty rooms
something always fell off your hands as if wanting to return and
then as you’d kneel to find it you would meet the other man
since every gesture gives us up and you carry a different
glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;
but when in darkness midnight struck suddenly the whole
house shook and then at the end of the hallway we saw him
as he quite clearly walked by us.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

The Myth of Sisyphus

images

From the moment absurdity is recognized, it becomes a passion, the most harmonious of all. It is not the world that is absurd, nor human thought but when then human need to understand meets the unreasonableness of the world, like when my appetite for the absolute and for unity meets the impossibility of redusing this world to a rational and reasonable principle.

Απ’ τη στιγμή που η έννοια του παράλογου αναγνωρίζεται, μετατρέπεται σε πάθος και μάλιστα το πιο οδυνηρό. Δεν είναι ο κόσμος που είναι παράλογος, ούτε η ανθρώπινη σκέψη, αλλά όταν η ανάγκη να καταλάβουμε συγκρούεται με τον αλόγιστο κόσμο, όπως όταν η επιθυμία μου για το απόλυτο και για το ενιαίο συναντά την αδυναμία μου να μειώσω τον κόσμο τούτο σε μια λογική και αποδεκτέα αρχή.

~ Αλμπέρτος Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου
~ Albert Camus, The Myth of Sysiphus

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τασος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
Η ΕΚΤΗ ΗΜΕΡΑ

Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα
μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να
μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν
τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το
φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’
την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν
πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’
την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-
γη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί
μ’ έβλεπαν.

THE SIXTH DAY

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;
she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this
to us” she said; at the far end pale workers put together the big
stage of the circus
“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged
the lamp-post of the street
my young cousin was almost dead when I pushed her behind the
closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like
a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the
closet, half eaten by the mice
and it was the sixth day of creation
pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof
of the station
I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind
could see me.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

cover

The Carriage

    The foreigner chatted with the woman in a low tone, of course,

the woman was dead and he stared at his destiny, that useless outline

the dead leave on the chair,

    birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all

the stories ended, embalmed old men sat behind the window glass

the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets

and wreaths for glory we had once dreamed off,

     however, in the same house those others lived, who we never see,

only during the nights you’d hear them walk holding the put out lamps

and sometimes we mistook their incomprehensible gestures as ours,

     and the young dead servant girl, with who long ago we slept,

now stretched her arm in my vigils that I’d give her a pair of nylons

I had promised her.

     Then stillness and the sound of the departing carriage faded away

slowly.

ΤΟ ΑΜΑΞΙ

Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μέ τή γυναίκα, βέβαια,

η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε τό πεπρωμένο, πού σάν

μιά άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί πάνω στό κάθισμα,

τά πουλιά χτυπούσαν στό ταβάνι κι έπεφταν στό βρώμικο νιπτή-

ρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν

πίσω απ’ τά τζάμια, κι η στοά σκοτεινή μέ τά υγρά μαγαζιά πού

πουλούσαν μεγάλα στρίποδα γιά φέρετρα καί στέφανα απ’ τίς δόξες

πού είχαμε ονειρευτεί,

όμως, στό ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, πού δέν

τούς βλέπουμε, μόνο τίς νύχτες άκουγες νά περπατάνε κρατώντας

τίς σβησμένες λάμπες, καί καμιά φορά περνούσαμε γιά δικές μας

τίς ακατάληπτες χειρονομίες τους,

κι η μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, πού πλαγιάζαμε κάποτε, άπλω-

νε τώρα τό χέρι της μέσα στίς αγρύπνιες μου νά τής δώσω ένα

ζευγάρι κάλτσες πού τής είχα υποσχεθεί.

Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος τού αμαξιού πού έφευγε έσβηνε

σιγά σιγά.

 

~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

~Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis-Selected Poems /Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

cover

Secret Gate

Wings stirred under the furniture and at the end of the hall

the dark mirror made the children often sick, because they

didn’t want to grow up,

mother cried and beg me to come down, but my fate was

to walk on the ceiling, my own battle, mother, where I was

the only dead.

Μυστική Πύλη

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τά έπιπλα, καί στό βάθος

ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τά παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά,

γιατί δέν ήθελαν νά μεγαλώσουν,

η μητέρα έκλαιγε καί μέ παρακαλούσε νά κατέβω, μά εμένα

ήταν η μοίρα μου νά περπατάω στό ταβάνι, μιά μάχη δική μου,

μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.

Γι’ αυτό ήξερα καί τών ουρανών τή μυστική υπόγεια πύλη.

 Creation

He would sit out in the fields and draw birds

on the soil. But the birds yearned for the sky. Then

he drew all around them the infinite sorrow.

And the birds flew away.

Δημιουργία

Καθόταν έξω στά χωράφια καί σχεδίαζε πάνω στό χώμα

πουλιά. Μά τά πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε

γύρω τους τήν αιώνεια θλίψη.

Καί τά πουλιά πέταξαν.

Night

The night is a door only the blind see

darkness makes the animals hear better

and he staggered, not from being drunk

but by his futile effort to climb

up to the tower, we had once lost.

Νύχτα

Μιά πόρτα τή νύχτα πού τή βλέπουν μόνο οι τυφλοί,

τό σκοτάδι κάνει τά ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,

κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ τό πιοτό,

μ’ απ’ τήν απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει

στόν πύργο, πού χάσαμε κάποτε.

Guilt

Then, what did they look for, what was I guilty of, I, who’s

only crime was that I couldn’t grow up; always chased,

where could one find time, for this I stayed gullible and

I always hugged the cold railing of the bridge.

While at the far end, far away, my true life stared at me

as though seeing a foreigner.

Ενοχή

Τί ζητούσαν, λοιπόν, σέ τί είχα φταίξει, εμένα

τό μόνο μου έγκλημα ήταν ότι μπόρεσα νά μεγαλώσω

κυνηγημένος πάντα, πού νά βρείς καιρό, έτσι έμεινα

εύπιστος κι αγκάλιαζα τό κρύο σίδερο τής γέφυρας.

Ενώ απ’ τό βάθος, μακριά, μέ κοίταζε σάν ξένο

η πιό δική μου ζωή.

~Translation by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca