Tasos Livaditis//translated by Manolis Aligizakis

cover

ΥΠΟΜΝΗΣΗ

 

Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’

το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-

γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που

το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του

βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω

τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,

ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.

 

 

REMINDER

 

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture

like a Gospel quotation — so everything finished quickly and

Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was

a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the

violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my

tie in such a way that they at least understand

I have been hanging for a long time.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ccom

www.manolisaligizakis.com

 

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στα παράθυρα
όπως εκείνοι που πρόκειται να χωρίσουν.
Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν
τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα
ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα
είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα
μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,
αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια
σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης
κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—
η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα
έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.
Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό
δυνατό απ’ τό χέρι του
κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—
θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω
τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι
μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση
ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.
Solidarity

The wind converses with the windows
like those who are going to separate.
The furniture becomes like the poor girls who gather
fallen olives. The evening walks under the olive trees
all alone and the field with harvested wheat
is a denial. The shed husk of the cicada
resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,
slowly the moon lies down under the cypresses
like the abandoned plow. The plowman
sleeps beneath the soil –
his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen
as she ties her black headscarf under her chin.
But the trace of his hand stays on the wood of the plow
more strong than his hand
and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –
I want to write a small song that will show I don’t know
anything about them, only that they are as they are
alone, completely alone and they don’t ask for any mediation
between themselves and someone else.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca