In the beginning the light And the first hour
when the lips still in the clay
taste things of the world
Green blood and golden bulbs in the earth
And most beautiful in its sleep unfolded the sea
ethereal unbleached gauzes
under the carob trees and the tall standing palm trees
There alone
crying plaintively
I faced the world
My soul was searching for Beacon and Champion
Then I remember I saw
the three Black Women
raising their arms to the East
I saw their golden backs and to their right
the cloud they left behind
snuffing out slowly And plants of different shapes
It was the sun with its axis inside me
with a myriad sunrays calling And
this truly who I was the many eons ago
The still fresh in the fire The uncut from the sky
He came, I felt, and lean
over my cradle
like memory become present
the voice He took of the trees, of the waves:
“Your commandment,” he said, “is this world
written in your viscera
Read and try
and fight” he said

“Each with his own weapons” he said
And he spread his arms like
a young novice God to create both pain and pleasure.
First pulled up by force
and high on top of terraces fastened loose
the Seven Cleavers
fell like the Tempest
at the point zero where the fragrance
of a bird re- commences
transparent repatriated blood
and monsters took the face of man
so plausible the undecipherable
And then all the winds of my family arrived
the boys with the bulgy cheeks
and the green wide tails like Mermaids
and other old familiar men
testaceous long-bearded
and they split the cloud in two and that again in four
and the little left they blew and sent to the North
and gracefully the great Koules set a broad foot on the waters
The line of the horizon gleamed
visible and thick and impenetrable

THIS the first hymn


ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρυσα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρείς Μαύρες γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων των κυμάτων:
«Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος
και γραμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μεντέμνια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
κατά πώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απ’ αρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλινοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
και το νέφος εχώρισαν στα δύο και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά κξαι αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος

~ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Οδυσσέα Ελύτη, Ίκαρος, 12η έκδοση, 1979
~ AXION ESTI, Odysseus Elytis, Ikaros, 12th edition, 1979