Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’
τις πυρκαγιές,
και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών
οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-
σαμε,
καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,
δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι
αθάνατα,
συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.

 

THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted

 

by conflagrations
and again the old stories, while the women’s serene spindle
secretly guided the hours. Nobody recognized us when we
returned
so we dwelled in our anonymity like the lumberjack
in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:
we had neither name nor expectation. Like the statues that are
immortal and
they preserve our mortal hour.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα.
Σχέδιο φυγής, αρχιστρατηγικό, όπως μου έλεγε, που το ετοίμαζε με απόλυτη ακρίβεια χρόνους πολλούς.
Άδειασε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του και τοποθέτησε μέσα όσα σημαντικά έκρινε, όσα μου επέτρεψε να γνωρίζω για την τελευταία του πράξη. Άλλα με γλώσσα σαφή, άλλα με αινιγματική και μυθοπλαστική. Του μύθου όμως του φιλοσοφικού (πλατωνικός μύθος) που λέγει με σύμβολα όσα έχει απορία ο νους να εκφράσει με ορισμούς. Μου άφησε γραπτές εντολές και δικαιοδοσίες, εξουσιοδοτήσεις, το ημιτελές βιβλίο του για τον Καβάφη, που το έγραφε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ποτέ δεν περάτωσε, το ποιητικό του έργο που εκδίδω σήμερα, ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 90, που ποτέ δεν εξέδωσε, και το πιο σημαντικό και διαφωτιστικό της πράξης του· ένα κείμενο που έγραψε την παραμονή της αναχώρησής του, στις 31 Μαίου 1998.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα προς την κόρη μας Διοτίμα. Το μόνο κείμενο που έδωσα μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, και αυτό την πρώτη εβδομάδα της εξαφάνισης, θέλοντας τότε να προστατεύσω την τιμή του απέναντι στα ανόσια σχόλια κάποιων δημοσιογράφων για το πρόσωπό του.

Έζησα πολλά και περίεργα αυτούς τους οκτώ χρόνους. Ώρες – ώρες ένιωθα να ξεχειλίζει η αδικία, όπως η γη στον κατακλυσμό. Της πληγής μου και της απορίας μου τον ψίθυρο αποκήρυσσε αμίλητη η προστασία του που γένναγε την ευκρασία στην αλλαγή από το σκοτάδι στο φως και αντίστροφα. Και το σκοτάδι έχει μέσα του φως. Το λυκαυγές.
Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου «δαίμων») παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ιστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με την ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο Λιαντίνης δημοσίευσε οκτώ βιβλία. Το τελευταίο ήταν η Γκέμμα. Το καταληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό για τους σοβαρούς ερμηνευτές κεφάλαιο (π), σελ. 255, με τίτλο «Sonne über Austerlitz» είχε στο χειρόγραφό του αρχικά το παρακάτω περιεχόμενο:

«Καθώς ο Οκταβιανός Αύγουστος, γέροντας εβδομήντα δύο χρονώ, γύριζε αλλόφρονας στο παλάτι, χτύπαγε το κεφάλι του στους τοίχους*, και φώναζε: – Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις λεγεώνες μου!
Δόστε μου πίσω τους συντρόφους! Στο Νυμφαίο του Ελικώνα μου! Τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, το Νίτσε, τον Πλάτωνα, το Δάντη, το Σολωμό, τον Αισχύλο!
Δόστε μου πίσω το έχει μου! Τους δοξασμένους πρίγκιπες των χρωμάτων και του χρόνου. Τον Ορλώφ, τον Κούλιναν, το Σάχη, το Μεγάλο Μογγόλο, τον Τίφανυ, το Φλωρεντίνο, τον Αστέρα του Νότου.
Δόστε μου πίσω τις αναπνοές μου, στον κήπο ανατολικά! Τη Λου, τη Λαμπιδούσα, τη Μυρτάλη, τη Μαριέ, την Ευτζενική, την Υπεριώδη, τη Διοτίμα.
Γιατί η διαφορά, η τρομερή, εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.»

* στις καλυδώνιες πέτρες του παλατιού, χτύπαγε το κεφάλι στα σφηνώματα.

Στο τυπογραφείο άφησε τελικά μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους. Γιατί;…

Τα ποιήματά του ο Λιαντίνης τα έγραψε από το 1971 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν τα εκδίδει, μου απαντούσε: Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο. Αυτά θα μείνουν σε σένα, στα κατάλοιπά μου. Πίστευε ότι η αληθινή ποίηση είναι αυτόνομη πηγή ζωής. Αγάπημά της διαλεχτό η μορφή. Το έργο της, ανεπανάληπτο, έχει μέσα του την εντελέχειά της. Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.
Με έμαθε ότι ο γνήσιος ποιητής ζει την αλήθεια, ότι ο ποιητής φανερώνει την αλήθεια, ότι ο ποιητής πεθαίνει, ότι η φανερωμένη αλήθεια έρχεται στο φως μετά το «θάνατό» του, ότι ο ποιητής ανασταίνεται, ότι τον τραγικό ποιητή συμπληρώνει ο αναστημένος ποιητής.

Οι ποιητικές του συλλογές είναι δύο. Οι ώρες των άστρων και Η όγδοη μέρα. Δημοσιεύω τα ποιήματα στο πολυτονικό σύστημα, όπως ακριβώς υπάρχουν στα χειρόγραφά του.

Το πλέον όμως σημαντικό ποιητικό του κείμενο είναι από έποψη μορφής και ουσίας εκείνο που έγραψε την παραμονή της εξαφάνισής του (31. Μαίου 1998) και που το ίδιο μιλάει για την τελευταία του πράξη. Αρκεί ο μελετητής του να διαθέτει ικανότητα ερμηνευτική και εκπαιδευμένη αντίληψη.
Το αποκαλύπτω για πρώτη φορά σήμερα και αφήνω τον ίδιο να μιλήσει για το «τέλος» της πράξης του εντελεχειακά.

 

«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.
Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τούς απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις αντλαντκές βαρύτητες.
Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.
Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.
Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.
Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.
Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια,και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.
Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του .
Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.
Νικολίτα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη
Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006
PROLOGUE

Eight years ago Dimitris Liantinis passed on. It was June the 1st 1998 when he disappeared from our home and his professional world. His disappearance wasn’t unexpected, I only didn’t know the date and time of day.
An escape plan that of a general as he often said to me, one he was preparing in detail and for a lot of years.
He emptied the top drawer of his desk and placed in it what he considered important, what he wanted me to know regarding his last course of action. Some of his comments were crystal clear others enigmatic and mythopoetic. The philosophical myth that describes with symbols what the mind can’t express with terminology. He also left me with instructions, requests, right to do as I wish regarding a book about Constantine Cavafy he left half-finished, which he was writing the last years of 1980 but never completed, his poetry work which is published this year, another book he wrote during the `90ies but never published and his most significant clarifying note regarding his last action; a comment he wrote the night before he departed, May 31st 1998.
On the desk he left a letter for our daughter Diotima, the only material I released to the media during the first week after his disappearance in order to protect his honour opposite the impious comments of some news reporters regarding Liantinis.
I went through a lot and strange events during those eight months. At times I felt the overflowing injustice not different than the deluge. His silent absence served as having a soothing effect and a wonder on my wound, his absence that gave birth to the benevolent feeling we sometimes have when light succeeds darkness and vise-versa. Even darkness has light in it: the twilight.
What Dimitris and I lived together, 26 years of marriage was the of oak tree craft of Odysseus, the marked Fate, a demonic (with the ancient Greek meaning of the word demon) fable. Our years were sometimes smiling other times sorrowful. We studied happiness by painting for days and nights the great return. It was the story of the sea, like the sea of Kechrees- Korinth that floods the seashore, the rock of Bourtsi, the opposite forest, the girl who sleeps under the moonlight on the opposite hill, the wrath of rain, the storm of sexual arousal. We fought to transcend the anger of destruction into the breath of creativity and all this with the calmness and certainty of the same death which whenever it would come it would be nothing but a game, simply a different sound in the endlessness of the sea.
He wrote all his poems between 1971 and 1985. To my question why he wouldn’t publish them he would answer “I write and publish poetry through my scientific prose. These poems will be left to you. He believed that true poetry has its own spring life as it is an exquisite form of expression; its purpose, irreplaceable, has in it its final completeness: the creator turns into an immortal.
Liantinis learned that the true poet experiences truth and reveals the truth; he learned that the poet dies and reveals the truth after his death; that the tragic poet is completed by the re-risen poet. He wrote two poetry collections: The Hour of the Stars and The Eight Day which are included in this publication.
However his most important poem in content and substance is the one he wrote on March 31st 1998 the night before he left; this poem speaks of his final course of action. I reveal this poem for the first time today and I let it speak to the discerning reader of the final completeness, of Dimitris Liantinis’ last course of action.

 

Hey, you leader of nature! Honored master of everything
with many names in the evening vespers and in the matins
consul and censor in the guards and castles of time and
powerful mayor in the meetings of the agora.
You who with justice govern the holy and right law
hail to You! General and holder of the spear
you criss-cross two swords in your bandolier and
you fight the frontiersmen at the borders. Far away
in the magnetic field and in the gravity of the Atlantic
I admire the power and your reins.
You hold the wound of thunderbolt in your hand
like a captain holds the tiller of the boat
you draw a difficult path through the silence of celibacy
putting aside the panic of chaos and
you control along the line of the sustainable
the ship of the stars and the river of the universe.
You have the North Wind as your minister: killer and nocturnal
for the septiaemic and the audacious and
you have the torchbearer Sun as your throne advisor.
Pure athlete of the decathlon and the light
you make friends of the water and the devouring fire. You fashion a wreath
on the cornice of dawn made of the lightning and the night.
Your loving loneliness embraces everything
doves and snakes, fruits and volcanos and islands and shadows
the ah! And the mint.
Only that the fools don’t sense you
the unjust and the dedicated to hatred
never let their tumbled glance reach you
their infected breath
the cactuses of their hands
the spider webs of their minds.
Your chaste people welcome the foreigner
when silently they drink the mouth of the sea and
eat along with the months
they touch your chlamys in the blowing out of the lightning and
their hands, petrified does, show you.
Familiar and unknown.

 

Liantinis yet hasn’t said his meaning and his explanation of truth, the last word of GEMMA. At some time the fingers of time will laugh with the lot of unsubstantiated and foolish reports written and said about his life, about our common path and his final course of action.
However even then nothing will be changed.

~Nikolitsa Georgopoulos-Liantinis, Kifisia, 1st of June 2006

AXION ESTI-GENESIS

elyths

GENESIS

In the beginning the light And the first hour
when the lips still in the clay
taste things of the world
Green blood and golden bulbs in the earth
And most beautiful in its sleep unfolded the sea
ethereal unbleached gauzes
under the carob trees and the tall standing palm trees
There alone
crying plaintively
I faced the world
My soul was searching for Beacon and Champion
Then I remember I saw
the three Black Women
raising their arms to the East
I saw their golden backs and to their right
the cloud they left behind
snuffing out slowly And plants of different shapes
It was the sun with its axis inside me
with a myriad sunrays calling And
this truly who I was the many eons ago
The still fresh in the fire The uncut from the sky
He came, I felt, and lean
over my cradle
like memory become present
the voice He took of the trees, of the waves:
“Your commandment,” he said, “is this world
written in your viscera
Read and try
and fight” he said

“Each with his own weapons” he said
And he spread his arms like
a young novice God to create both pain and pleasure.
First pulled up by force
and high on top of terraces fastened loose
the Seven Cleavers
fell like the Tempest
at the point zero where the fragrance
of a bird re- commences
transparent repatriated blood
and monsters took the face of man
so plausible the undecipherable
And then all the winds of my family arrived
the boys with the bulgy cheeks
and the green wide tails like Mermaids
and other old familiar men
testaceous long-bearded
and they split the cloud in two and that again in four
and the little left they blew and sent to the North
and gracefully the great Koules set a broad foot on the waters
The line of the horizon gleamed
visible and thick and impenetrable

THIS the first hymn

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρυσα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρείς Μαύρες γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων των κυμάτων:
«Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος
και γραμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μεντέμνια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
κατά πώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απ’ αρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλινοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
και το νέφος εχώρισαν στα δύο και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά κξαι αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος

~ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Οδυσσέα Ελύτη, Ίκαρος, 12η έκδοση, 1979
~ AXION ESTI, Odysseus Elytis, Ikaros, 12th edition, 1979