Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

ΚΑΝΕΙΣ δεν ήξερε πως το πρόσωπό μου δεν ήταν αληθινό
και με πόση πανουργία ( κι άλλα ταπεινά τεχνάσματα) συγκράτησα
αυτή την αμφίβολη προσωπίδα, γιατί απ’ την πρώτη μερα είχαμε
χάσει κιόλας το πιο σημαντικό, κι ήμασταν πάντα τόσο λίγο εδώ,
σαν τα χέρια των ζητιάνων, που επιστρέφουν τη νύχτα στον παλιό
τους κάτοχο, φυσικά, το σπίτι ήταν πάντα κλειδωμένο, μα ο άλλος
είχε μπει πολύ πριν,
“πρέπει να βγω” σκέφτηκα, “αλλιώς είμαι χαμένος”, κι ίσως
να το κατόρθωνα, αν δε με πρόδινε το βήμα μου, αυτό το προσεχτι-
κό βήμα των φτωχών, σα να θέλουν ν’ αποφύγουν το χειρότερο,
τόσο σαστισμένο, που ακόμα κι αν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί
θα πηγαίναμε.
NONE knew that my face wasn’t real and with such
cunning (and other shady tricks) I retained this ambivalent
mask because from the first day we had already lost the most
important thing and we’ve remained here for such short time
like the hands of beggars that at night retreated to their original
owners; of course the house was always locked though the
other man had already been inside
“I have to go out” I thought “otherwise I’m dead” and
perhaps I could managed this, unless my walk betrayed me
that careful walk of the poor as though trying to avoid the
worst, the so confused, that even if there wasn’t any
sky we would still have ended up there.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ubermensch–Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover

Potter

At the edge of the village we arrived at the half lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and messages joyous that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape. His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of miracles.

Αγγειοπλάστης

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,
οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και
θαύματα. Ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος
στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή Του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο θαύματα.

UBERMENSCH—ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com

ODYSSEUS ELYTIS–AXION ESTI

elyths

ODYSSEUS ELYTIS’ AXION ESTI — The Passion

II

They gave me the language of the Hellenes;
a humble house on the shores of Homer.
My only care my language on the shores of Homer.
Two-branded breams there and perch
wind beaten verbs
green currents amid the azure
which I felt put my viscera on fire
sponges, medusae
with the first words of the Sirens
rosy shells with the first black shivers.
My only care my language with the first black shivers.
Pomegranates there, quinces
Gods with dark complexions, uncles and cousins
pouring olive oil in the huge storage jars
and fragrances from the ravine sweet smelling
of osier and bulrush
broom and ginger root
with the first chirpings of finches,
sweet psalmodies with the very first Glory to You.
My only care my language, with the very first Glory to You!
Laurels there and palms fronds
censer and incense burning
blessing the sabres and the muzzle-loaders.
On the ground spread with vine leaves
smells of burnt meat, eggs cracking
and Christ is Risen
with the first gunshots of the Hellenes.
Secret loves with the first words of the Hymn.
My only care my language, with the first words of the Hymn!

~ Translated by Manolis Aligizakis
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ — Τα Πάθη

Β’

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σμπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματειά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

~ Odysseus Elytis, Axion Esti, translated by Manolis Aligizakis

Τάσου Λειβαδίτη-ΑΠ’ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ/Tasos Livaditis-FROM A SERVANT’S DIARY

35774-tl

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ

     Έφυγε ξαφνικά μιά μέρα τού φθινοπώρου, πάνω στό τραπέζι

είχε αφήσει ένα γράμμα, “μή μέ διώξεις” έγραφε, καί μιλούσε γιά

ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τά φώτα ήταν όλα αναμμένα

στό σπίτι, γιά νά μήν καταλάβω πώς, ίσως, δέν είχε έρθει ποτέ,

ενώ πλάι στό γράμμα είχε ακουμπήσει τό μυστήριο τού θανάτου

του, πού οι αράχνες τό `χαν κιόλας σκεπάσει, “πώς μέ βρήκες, μού

λέει, εγώ δέν υπήρξα”, “γι’ αυτό” τού λέω, κι ήταν σάν νά `χαμε

γεννηθεί καί μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, πού έτρεχε μές στό ανατρί-

χιασμα τών δρόμων,

      μά ούτε καί μπορούσα νά παλέψω μ’ αυτήν τήν πρόσοψη τού

σπιτιού, πού οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ τό

αίμα μου, μές στό σκοτάδι τής νύχτας.

 

THE VISITOR’S LETTER

 

     Suddenly on an autumn day he left, on the table he left a letter

“don’t send me away” it read and spoke of a deep inhabitable

emotion; in the house all the lights were turned on that I wouldn’t

understand, that perhaps, he had never come, while next to the letter

he had left the mystery of his death, already covered by cobwebs,

“how you found me?” he says to me, “I never existed”, “for this”

I said and it was as if we were born and raised in a carriage that run

into the shivering roads,

       yet I still couldn’t fight against this facial of the house,

its walls, ravaged, dived deeper than my blood in the darkness

of the night.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca