ANTONIS FOSTIERIS

images

ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

 

Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα
Όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα
Όσο αν ζητάς κι αν θυσιάζεις. Η άνοιξη
Κατάλαβα πως είναι υπόθεση ρουτίνας για τη φύση
Που εχθρεύεται το πνεύμα και αμαυρώνει το άφθαρτο.
Σκέψου καλά: Κάθε μορφή αθανασίας αντίκειται
Στην έννοια του όντος. Κάθε αντίθεση
Θα συντριβεί κάτω απ’ τη φτέρνα του καιρού
Καθώς πατάει με δρασκελιές και πέλματα γρανίτη. Ανοίγοντας
Μια υπόνοια παρόντος
Καίγοντας
Τα φρύγανα των πράξεων σε ουρανομήκεις φλόγες ήλιου.
Όπου παρόν
Σημαίνει απλώς το παρελθόν του μέλλοντος
Ή, πιο σωστά, το μέλλον ενός άλλου παρελθόντος
Αφού, όσο ξέρω, δεν υπάρχει ακόμα η συνταγή
Να φτιαχτεί μια στιγμή διαρκείας.
Τι άπληστοι
Σταθήκαμε στ’ αλήθεια τι άσωτοι
Μες στη φιλαργυρία μας. Ποιος θα πιστέψει άραγε
Πως σπαταλήσαμε τη λίγη αιωνιότητα που μας αναλογεί
Χαμένοι σε μιαν έρημο από λέξεις. Σπέρνοντας
Και περιμένοντας το νέο φρούτο να φυτρώσει απ’ το κουκούτσι,
Αφήνοντας
Το γινωμένο φρούτο να σαπίσει.
Στ’ αλήθεια τι άπραγοι
Τι ανεπίδεκτοι αθανασίας οι θνητοί.

 

 

INSUSCEPTIBLE TO IMMORTALITY

 

 

Three hours are enough to write a beautiful poem

yet thirty years aren’t enough to write a poem

no matter how much you desire it or what you sacrifice.

I understand it is a matter of routine for nature

that hates pneuma and blackens the imperishable.

Think of it: every form of immortality stands opposite

the concept of being. Every opposition

will vanish under the heel of time

that walks in straddles and an soles of granite. Opening

the suspicion of the present

and burning

the brushwood of events into the sky-high fire of the sun

where the present

underscores the past of the future

or better the past of the other future

since, as far as I know, there no recipe

to make a moment that lasts.

How greedy

we truly have been, how prodigal

in our avarice. Who would believe

that we’ve spent the little eternity that belongs to us

lost in the desert of words. Seeding and waiting

for the new fruit to sprout from the seed

leaving

the ripened fruit to rot.

Truly how empty-handed

how insusceptible to immortality mortals are.

 

 

NEOHELLENIC POETRY-AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, work in progress, Libros Libertad, summer 2017

ETERNAL RECURRENCE

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Eternal Recurrence in True Detective

19th century German philosopher Friedrich Nietzsche once wrote, “What, if some day or night a demon were to steal after you into your loneliest loneliness and say to you: ‘This life as you now live it and have lived it, you will have to live once more and innumerable times more?’”
Nietzsche was profoundly affected by the concept of Eternal Recurrence. In Thus Spake Zarathustra, he referred to it as the “mightiest thought.” It is important to note, however, that Nietzsche did not introduce the theory of Eternal Recurrence. It is found in Ancient Egyptian and Indian philosophies. But Nietzsche’s practical application of the idea is innovative.
Instead of asserting Eternal Recurrence as a metaphysical truth, Nietzsche presents it to the reader as a hypothetical test to determine whether one is living a worthwhile life. Supposing that someone tells you Eternal Recurrence is true, that you will need to live your life over and over again for eternity, Nietzsche asks: “Would you not throw yourself down and gnash your teeth and curse the demon who spoke thus? Or have you once experienced a tremendous moment when you would have answered him: ‘You are a god and never have I heard anything more divine.’” The person who embraces Eternal Recurrence as a blessing from the divine is living a worthwhile life. On the other hand, the person who curses Eternal Recurrence as a torment sent from the devil ought to consider changing the path of life on which he is treading.
To conclude, Eternal Recurrence is the theory that time is like a circle, and that the life we live now, we will live innumerable times more for eternity. In short, our lives are like DVDs. Nietzsche introduces an innovative interpretation of this ancient concept. He is unconcerned about the validity of the theory, but rather presents the concept as a hypothetical test. In order to pass the test, one must live so “that one wants to have nothing different, not forward, not backward, not in all eternity.”

ΝΙΤΣΕ: Η Αιώνια Επιστροφή για τον Άνθρωπο Ερευνητή

Ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα Νίτσε έγραψε κάποτε, « Τί θα γινόταν αν κάποια στιγμή ένας δαίμονας ερχόταν κρυφά εκεί στην μοναξιά σου κι έλεγε: Η ζωή σου όπως την ζεις και την έχεις ζήσει στο παρελθόν, θα την ζήσεις ξανά στο μέλλον όχι μία φορά μόνον αλλά πολλές φορές;» Η έννοια της Αιώνιας Επιστροφής αναλύεται και σύμφωνα με το Νίτσε βλέπουμε και την πρακτική εφαρμογή της.
Η έννοια αυτή είχε μεγάλη επιρροή στη σκέψη του μεγάλου γερμανού φιλόσοφου. Στο Ζαρατούστρα του την ονομάζει την πιο δυνατή σκέψη. Αλλά είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι η έννοια αυτή της Αιώνιας Επιστροφής δεν ήταν του Νίτσε. Προέρχεται από την αρχαία Αίγυπτο και την Ινδική φιλοσοφία. Αλλά η πρακτική εφαρμογή της έννοιας που προώθησε ο Νίτσε είναι πραγματικά καινούργια. Αντί να δεχτεί την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν μια μεταφυσική αλήθεια ο Νίτσε την προτείνει στον αναγνώστη σαν ένα υποθετικό τρόπο διαγωνισμού για να καταλάβει ο καθένας αν ζει τη ζωή του με αξιόλογο τρόπο. Αν κάποιος μας βεβαιώσει ότι η Αιώνια Επιστροφή είναι πραγματικότητα, ότι θα πρέπει να ζήσεις τη σημερνή σου ζωή ξανά και ξανά στον αιώνα τον άπαντα, ο Νίτσε ρωτά: «Θα `πεφτες κάτω στο χώμα και θα έτριζες τα δόντια σου και θα καταριόσουν το δαίμονα που σου μίλησε; Ή θα ήταν σαν να ξαναζούσες τη στιγμή που θα του απαντούσες : ‘Είσαι θεός και ποτέ δεν άκουσα κάτι πιο άγιο και πιο θεϊκό.’
Εκείνος που θ’ αγκάλιαζε την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν ευλογία από το Θεϊκό είναι το άτομο που ζει μια αξιόλογη ζωή. Αντίθετα εκείνος που καταριέται την Αιώνια Επιστροφή σαν ένα βασανιστήριο που του έστειλε ο δαίμονας θα ήταν σωστό να αναθεωρήσει το κάθε τι και ν’ αλλάξει τον τρόπο ζωής του.
Η Αιώνια Επιστροφή είναι η θεωρία ότι η ζωή είναι ένας κύκλος και ότι τη τωρινή μας ζωή την έχουμε ζήσει πολλές φορές. Ο Νίτσε αδιαφόρησε αν η θεωρία ήταν αληθινή ή όχι αλλά την παρουσίασε σαν ένα υποθετικό τρόπο δοκιμασίας κι εξέτασης. Για να περάσει κάποιος τις εξετάσεις αυτές πρέπει να ζει έτσι που να μην επιθυμεί τίποτα απολύτως διαφορετικό ούτε στο μέλλον, ούτε τώρα ούτε στο παρελθόν του για όλη την Αιωνιότητα.

~Original Article in English from the blog The Great Conversation

https://orwell1627.wordpress.com/

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis

CONSTANTINE CAVAFY-POEMS

cavafy copy

THE HORSES OF ACHILLES

When they saw Patroklos dead
who was so brave and strong and young
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up and tossed their long manes
they stamped the ground with their hooves and mourned
Patroklos whom they felt was soulless — devastated —
lifeless flesh now — his spirit gone —
defenseless — without breath —
returned from life to the great Nothing.

Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, you who will never grow old
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.” — But
for the endless calamity of death
those two noble animals shed their tears.

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τινάζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή—
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ’ εκει χάμου
σταν άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφορά εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

~Constantine Cavafy, Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Tasos Livaditis_Vanilla

ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.

A COMMON ROOM

I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca