Nostos and Algos//Νόστος και Άλγος

nostos and algos cover


Long and narrow rusted table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth as though
thrown in debts of river for a long time
cloth faded like her eyes gazing the sea’s
agony that reaches the foreign land
where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought pounding
her memory that light may be reborn

and he brings two plates
trembling hands pour wine in two glasses
small plate with olives, piece of feta

and the sigh expertly camouflaged by a smile
the lone cicada that insists to disturb
monologue of their loneliness

finally he sits next to her when
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than everybody
roars with laughter when the old man says
to her…you forgot to make the salad

“In memory of my parents
in their late years of life in the village”

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο σαν
να το πέταξαν στο βάθος ποταμού
ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της
να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει.

Ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
και σκληρός σαν αμαρτία,
αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα,
το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν
στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει
της μοναξιάς τους το μονόλογο
όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της.

Πάνωθέ τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του
αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος
κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια
που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

‘Aφιερωμένο στους γονείς μου
που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’


PIC # 1


Opposite free spirited winds
a post, two cross-bars
insignia underscoring
barbed wire of first man
just outside his dark cave
claiming a right over lands
posting his vague presence

concept of freedom within a prison
a rat, a dispirited omen

archaic man made anew

animal spirit in human form
powerful error of nature, fused
element standing erected, albeit
only in its exterior and by chance
a chickadee onto the bar laments
for absent medicine man who cried
according to nature’s benevolence


Αντίθετα στα λεύτερα πνεύματα
η κολόνα, δυο οριζόντια κλαδιά
διακριτικά που υποβαστάζουν
αγκυλωτό σύρμα πρώτου ανθρώπου
μόλις έξω απ’ τη σκοτεινή σπηλιά του
και διεκδικούν το δικαίωμα γης
κηρύτοντας την παρουσία του ασαφούς

έννοια φυλακισμένης ελευθερίας
αρουραίος, κακός οιωνός

αρχαϊκός άντρας ξανανιωμένος

πνεύμα ζώου μ’ ανθρώπινη μορφή
λάθος τυχαίο της φύσης
αναμιγμένα στοιχεία ολόρθα
μόνο στην εμφάνισή τους
τυχαίο μαυροπούλι στο κλαδί
να κλάψει την απουσία μάγου γιατρού
που μιλούσε την άγια γλώσσα της φύσης

~Chthonian Bodies, collection in the making, Libros Libertad, Vancouver, 2015
~Painting by Ken Kirkby, poem by Manolis Aligizakis