ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ/INTROVERSION

1c65990f829f14ee9a9ce8f0e96a1b9f

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

Φαινόταν καλαίσθητος
επιτήδειος, ποιητική συμπεριφορά

ευφραδείς συλλογισμοί
που άφησαν τους τριγύρω
άναυδους

πριν απομακρυνθούν

σε κανένα δεν άρεσε
να μοιάζει μ’ ανεκπαίδευτο
αγροίκο μπρος στο δημαγωγό
που έπειθε ακόμα
και το διάβολο να βάλει φόρεμα

κι ο καλλιτέχνης συνέχισε την ομιλία
για το συγκεκριμένο πίνακα
αόρατο στα μάτια των τριγύρω
που ύψωσαν τα φρύδια τους

και ξάφνου ένιωσαν παντογνώστες
αρμοστοί να `ναι σιμά στον καλλιτέχνη

ARTIST

He looked elegant
artiste, poetic body language

eloquent syllogisms
left people around
with gaping mouths

before they left him
no one liked to look

uneducated before this
demagogue talker
who could convince
the devil to wear dress

artistic man kept talking
about a painting
invisible to the men around
who raised their eyebrows

suddenly feeling knowledgeable
suitable to be in his proximity

 

Advertisements

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

George Seferis’ Speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1963 (Translation)

I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language – and in return I express my gratitude in a foreign language.

I hope you will accept the excuses I am making to myself. I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century,

«We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath – and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence – and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom.

I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that language which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life’s ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired

Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence. In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.

~From Nobel Lectures, Literature 1901-1967, Editor Horst Frenz, Elsevier Publishing Company, Amsterdam, 1969

 

Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ την ἀπονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη

 

Τούτη την ώρα αἰσθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, η Σουηδικὴ Ἀκαδημία, έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μία γλώσσα περιλάλητη επὶ αιώνες, αλλὰ στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτὴ την υψηλὴ διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα -πρώτα απὸ τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μία χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ἀκρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρὸς ο τόπος μας, αλλὰ η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Η ἑλληνικὴ γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικὸ αὐτής της παράδοσης είναι η ἀγάπη της για την ἀνθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην ἀρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί απὸ τις Ερινύες.
Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πώς η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολὺ διαποτίσει την ελληνικὴ ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου. Κι ένας απὸ τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …». Αυτὸς ο άνθρωπος ήταν ἀγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλὰ στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικὸ το γεγονὸς ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση καὶ όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ένα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζοῦμε, ο τυραννισμένος απὸ το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τί θα γινόμασταν άν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ένας Θεὸς το ξέρει άν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω απὸ τούτο το τραπέζι, την πολὺ μεγάλη διαφορὰ ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης ἐπιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ᾿ ένα ἀρχαίο ελληνικὸ δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορὰ είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορὰ του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν᾿ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνὴ που ονομάζουμε ποίηση. Αυτὴ η φωνὴ που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμὴ απὸ στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νά ῾βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στοὺς πιο απροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αυτὴ δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρὰ μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιὲς όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν᾿ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτὴ τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδικὴ Ακαδημία που ένιωσε αυτὰ τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμὸς της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανὸς να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθὼς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτοῦ του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ᾿ αυτὸ τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν᾿ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτὴ του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλὴ λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλὰ τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οἰδίποδα.

http://www.wikipedia.org

ODYSSEUS ELYTIS–AXION ESTI

elyths

ODYSSEUS ELYTIS’ AXION ESTI — The Passion

II

They gave me the language of the Hellenes;
a humble house on the shores of Homer.
My only care my language on the shores of Homer.
Two-branded breams there and perch
wind beaten verbs
green currents amid the azure
which I felt put my viscera on fire
sponges, medusae
with the first words of the Sirens
rosy shells with the first black shivers.
My only care my language with the first black shivers.
Pomegranates there, quinces
Gods with dark complexions, uncles and cousins
pouring olive oil in the huge storage jars
and fragrances from the ravine sweet smelling
of osier and bulrush
broom and ginger root
with the first chirpings of finches,
sweet psalmodies with the very first Glory to You.
My only care my language, with the very first Glory to You!
Laurels there and palms fronds
censer and incense burning
blessing the sabres and the muzzle-loaders.
On the ground spread with vine leaves
smells of burnt meat, eggs cracking
and Christ is Risen
with the first gunshots of the Hellenes.
Secret loves with the first words of the Hymn.
My only care my language, with the first words of the Hymn!

~ Translated by Manolis Aligizakis
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ — Τα Πάθη

Β’

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σμπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματειά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

~ Odysseus Elytis, Axion Esti, translated by Manolis Aligizakis

GEORGE THEMELIS-ANDREAS KALVOS

giorgos-8emelis-557x260 images

“Lone Elegy for Anreas Kalvos” by George Themelis

Forgotten voyager

in stagnant rivers wayfaring at night
you came this fiery dawn lighted
by funerary doves in the heart of winter

bitter and resolute

you spoke in a language speckled like crashed marble
and you only wore the black attire of your mourning loneliness

you gazed the railings of dawn and your heart jumped
from one peak to another, from mountain to mountain
trying to wound the clouds with the clang of the brave bird

Castalian swan

Lonely and unapproachable in your entrenched sorrow
what grief pounded your chest and made it echo
unlike the sound of a sorrowful flute, like the winged thunder

(lethal archer, you who aims with a steady arm
lover of the pure blue, the highest precipice
let me touch your waist like an impious man and
let my fingers be severed and my tongue be slit)

you weren’t meant to walk on land
you were meant to be with the eagles and the lions in the gardens of Muses
where the first flash of the day shines lovingly
where the light-blue of the horizon has never been stained by smoke
and you’re meant to strike and break all the chords of the lyre one by one
and the Muse of Virtue will awake on the bed of the wings
undone and naked to take you
over to the immeasurable void of the heavenly deserts

I bring myrtle and cypress branches

But where can I find your shadow, your humble screen
that keeps the ash of your sleep tightly held in a foreign land?

Perhaps the north wind has taken it, a lucky charm
perhaps the earth has taken it on its marble bed
under the quiet frozen wings of the deep night
that it won’t hear the bubbly glasses amid the smoke and flames
the rushing wind hitting and breaking the window panes

~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.thepoetsiloved.wordpress.com
Γιώργου Θέμελη ‘Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου’
Λησμονημένος ταξιδευτής.
Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.
Πικρός κ’ αλύγιστος.
Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.
Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου
Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.
Καστάλιε κύκνε.
Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και τόκανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.
(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κ’ η γλώσσα ας μου κοπεί.)
Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.
Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.
***
Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.
Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.
Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.
~ Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)
~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

AUTUMN LEAVES

Manolis----cover

My poetry book AUTUMN LEAVES translated to Hungarian by Karoly Csiby, was just released by AB-ART publishers in the city of Gyor in Hungary.

Η ποιητική μου συλλογή AUTUMN LEAVES σε μετάφραση του Karoly Csiby, μόλις κυκλοφόρησε απο τον εκδότη AB-ART στην ουγγρική γλώσσα στην πόλη Gyor της Ουγγαρίας.

IMAGES of ABSENCE/ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

images of absence cover
HASTE

It was still too early for us to choose our new path
when the door of the morgue opened and
we went inside to identify our dead relative while
the ones with the money hidden in the worn out
mattresses, pointed their finger to the scale with
the lone feather on one side and

with no words or hesitation they began to write down
the weight of his soul with numbers that
represented the size of the coffin into which
its eternal beauty would fit forever
ΒΙΑΣΥΝΗ

Ήταν πολύ νωρίς και ψάχναμε το δρόμο μας να βρούμε
όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του νεκροτομείου
και μέσα μπήκαμε να βεβαιώσουμε
ταυτότητα του πεθαμένου συγγενή μας
καθώς εκείνοι με χρήματα κρυμμένα
στα ξεχαρβαλωμένα στρώματα
έδειξαν με το δάχτυλο τη ζυγαριά
με το φτερό στη μια μεριά

χωρίς πολυλογία και κατάγραψαν το βάρος
της ψυχής του με αριθμούς που αντιπροσωπεύαν
το μέγεθος του φερέτρου που μέσα του
θ’ αναπαυόταν του κάλλους της η αιωνιότητα

~IMAGES of ABSENCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.authormanolis.wοrdpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Cantus Firmus

Από καρδιάς ευχαριστώ την αγαπητή φίλη Νότα Χρυσίνα για την υπέροχη παρουσίαση της δουλειάς μου. Το εκτιμώ βαθειά!
My sincere thank you and deep appreciation goes to my dearest friend Nota Chrysina for her superb presentation of my work as a translator.

http://cantfus.blogspot.gr/2014/12/blog-post_14.html
cantus firmus:

Presentation/Παρουσίαση

ubermensch_cover

 

I extend my heartfelt thank you to Nota Chryssina for the beautiful presentation of my poetry in her blog cantus firmus

Ευχαριστώ από καρδιάς τη Νότα Χρυσσίνα για την υπέροχη παρουσίαση της ποίησής μου στον ιστότοπό της cantus firmus.

 

http://l.facebook.com/l/iAQE1vt-tAQEnPLeWqW7sEN8LclmqgWnRUUL-SjcB1Mj5VA/cantfus.blogspot.gr/2014/12/blog-post_61.html

AUTUMN LEAVES

 

autumn leaves cover

 

Three poems from my book “AUTUMN LEAVES” appeared in the Swedish literary magazine MEDITERRANEAN. Enjoy!
Τρία ποιήματά μου από το βιβλίο “AUTUMN LEAVES” στο λογοτεχνικό περιοδικό της Σουηδίας MEDITERRANEAN.

http://www.odyssey.pm/?p=2784

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τασος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
Η ΕΚΤΗ ΗΜΕΡΑ

Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα
μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να
μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν
τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το
φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’
την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν
πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’
την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-
γη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί
μ’ έβλεπαν.

THE SIXTH DAY

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;
she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this
to us” she said; at the far end pale workers put together the big
stage of the circus
“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged
the lamp-post of the street
my young cousin was almost dead when I pushed her behind the
closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like
a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the
closet, half eaten by the mice
and it was the sixth day of creation
pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof
of the station
I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind
could see me.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca