SEASONS 2/ΕΠΟΧΕΣ 2

93119261_134154321279

Seasons 2

III

Because you couldn’t decide to leave
because you didn’t feel guilty for any bitterness
because of some tears still fresh
for your old disease you don’t count on
stooped with no lamp over the night again
under the dead roofs of the city
longing for a dawn they had promised you
you’ve travelled for years yearning for a letter
-your viscera full of sins, the guilt-
a morbid extinguished date
no one met me like the past anymore
(nor anyone really longed for dawn)
the way I stayed too that night
foreign and forgotten by everybody
alone only with your company
-with you, being away for so long-
a real stranger in this old café
the way I was alone one night
in this old café
for the whole night in the sleepy café
for one night, in the dirty harbour of Pireus

~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Εποχές 2

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Advertisements

Τάσου Λειβαδίτη-ΑΠ’ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ/Tasos Livaditis-FROM A SERVANT’S DIARY

35774-tl

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ

     Έφυγε ξαφνικά μιά μέρα τού φθινοπώρου, πάνω στό τραπέζι

είχε αφήσει ένα γράμμα, “μή μέ διώξεις” έγραφε, καί μιλούσε γιά

ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τά φώτα ήταν όλα αναμμένα

στό σπίτι, γιά νά μήν καταλάβω πώς, ίσως, δέν είχε έρθει ποτέ,

ενώ πλάι στό γράμμα είχε ακουμπήσει τό μυστήριο τού θανάτου

του, πού οι αράχνες τό `χαν κιόλας σκεπάσει, “πώς μέ βρήκες, μού

λέει, εγώ δέν υπήρξα”, “γι’ αυτό” τού λέω, κι ήταν σάν νά `χαμε

γεννηθεί καί μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, πού έτρεχε μές στό ανατρί-

χιασμα τών δρόμων,

      μά ούτε καί μπορούσα νά παλέψω μ’ αυτήν τήν πρόσοψη τού

σπιτιού, πού οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ τό

αίμα μου, μές στό σκοτάδι τής νύχτας.

 

THE VISITOR’S LETTER

 

     Suddenly on an autumn day he left, on the table he left a letter

“don’t send me away” it read and spoke of a deep inhabitable

emotion; in the house all the lights were turned on that I wouldn’t

understand, that perhaps, he had never come, while next to the letter

he had left the mystery of his death, already covered by cobwebs,

“how you found me?” he says to me, “I never existed”, “for this”

I said and it was as if we were born and raised in a carriage that run

into the shivering roads,

       yet I still couldn’t fight against this facial of the house,

its walls, ravaged, dived deeper than my blood in the darkness

of the night.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca