Young well educated man talks to his old uneducated grandfather.
“Grandfather, earlier today when I met my colleague for a coffee at Starbucks he asked me what I think of the acrimonious debate between the European creditors and the Greek Government and I didn’t know what position to take…what say you?”
“It is simple my boy, when the lion roars in the jungle all small animals run to hide.”
“What do you mean?”
“The lion is hungry. An animal’s flesh will be torn apart to satiate the hungry lion.”
“What do you mean grandfather?”
“The greedy bankers and financiers, the ludicrous saviors of our financial crisis have smelled the blood of the economy, they want to such some more, as if what they have sucked the last five years isn’t enough.”
“You believe that grandfather?”
“Let me ask you: what do you think is the reason for a financially powerful nation offers to sign a free trade agreement with a weaker nation?”
“To help in its development…”
“And you went to school for all these years, my boy…that’s not the reason.”
“What is it then?”
“To take advantage of it…to suck the blood of its citizens, to get easier access to its resources, to use its cheaper labor…and many other reasons except of the one you mentioned.”
“Tell me grandfather: did the EURO help us here in Greece?”
“I don’t know, but I can tell you this: before the EURO my coffee at the café cost me 100 drachmas and after the EURO it cost me .80 cents EURO or 280 drachmas, you think it helped me?”
The young man supported his chin under his palm and remained silent.

Καλά μορφωμένος νέος συζητά με τον αγράμματο παππού του.
«Παππού, λίγο πιο νωρίς που συνάντησα το συνάδερφό μου για ένα καφέ στο Στάρμπακς η κουβέντα πήγε στην κατάσταση και στη διαμάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους Ευρωπαίους Εταίρους και δεν ήξερα τί θέση να πάρω…εσύ τί γνώμη έχεις;»
«Είναι απλό γιέ μου, όταν βρυχάται το λιοντάρι στη ζουγκλα όλα τα ζώα τρέχουν να κρυφτούν στο δάσος.»
«Τί εννοείς;»
«Το λιοντάρι είναι πεινασμένο και θέλει να χορτάσει με τη σάρκα κάποιου ζώου.»
«Τί εννοεί αυτό παππού;»
«Οι άπληστοι τραπεζίτες, οι χρηματοδότες, οι καθώς φαίνεται σωτήρες της οικονομικής μας κατάστασης μύρισαν το αίμα και θέλουν να ρουφήξουν λίγο ακόμα σαν να μην ήταν αρκετό αυτό που ρούφηξαν τα τελευταία πέντε χρόνια.»
«Αυτό πιστεύεις παππού;»
«Εσύ ποιος λες είναι ο λόγος που ένα ισχυρό οικονομικά κράτος υπογράφει μια οικονομική συμφωνία με ένα αδύναμο οικονομικά κράτος;»
«Για να βοηθήσει την ανάπτυξή του.»
«Και πήγες στο σχολείο τόσα χρόνια…γιε μου, δεν είναι αυτός ο λόγος.»
«Τότε ποιος είναι;»
«Για να το εκμεταλλευτεί…να ρουφήξει το αίμα των πολιτών του, ν’ αρπάξει το φυσικό του πλούτο, να χρησιμοποιήσει το φτηνό του εργάτη…κι άλλοι πολλοί λόγοι εκτός απ’ αυτόν που είπες.»
«Πες μου παππού: ωφέλησε το ΕΥΡΩ τον τόπο μας ή όχι;»
«Δεν γνωρίζω αλλά μπορώ να σου πω το εξής: Πριν το ΕΥΡΩ ο καφές μου στο καφενείο κόστιζε 100 δραχμές. Μετά το ΕΥΡΩ κόστιζε 80 λεπτά ΕΥΡΩ ή 280 δραχμές, λές με βοήθησε το ΕΥΡΩ;»
Ο νέος στήριξε το πηγούνι του στο χέρι κι έμεινε άφωνος.

~ Μανώλης Αλυγιζάκης
~ Manolis Aligizakis




As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.


Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013