Yannis Ritsos-translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large



Αυτό μονάχα. Τίποτ’ άλλο. Χρόνος διαμελισμένος.

Ανεμόμυλοι χάσκουν σε παλιούς λόφους εξορίας.

Οι σφουγγαράδες δε γύρισαν. Μια φανέλα χτυπιέται στο σύρμα.

Ανάβω τη λάμπα μου κι εργάζομαι μόνος

στο ίδιο νυχτερινό γυμνό χωρίς μοντέλο.





Just this. Nothing else. Time dismembered.

Windmills gape on the ancient hills of exile.

The sponge divers didn’t return. An undershirt unfurls on the clothesline.

I light my lamp and work alone

on the same nightly nude statue without a model.






George Seferis//Γιώργος Σεφέρης



Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012





I stand in the pile of fallen leaves I listen to the day’s pulse amid leaves creaking under my soles, frenetic mode of the autumn equinox no different than my loneliness in the middle of the marketplace where the crier announces the first beheading.

—Tonight I feel like a teenager. Let’s take the car and go to the beach. To watch the submarine races.

I stand in the middle of the fallen leaves and my dream cruises down the unmistaken path of anonymity sky dressed in its azure color, meteoric symbol of peace in a cosmos without your smile.

—Where you want to go for dinner tonight before I pick what to wear?

Lonely falcon counts feathers and sharpened talons. My dream reflects in my retina all I have to do is close my eyes and grasp its wholeness: poetry, my peaceful resolution opposite the consumer oriented banality of the city’s pulse and I, like a new Orpheus seeking his Eurydice, fight against Hades.

—That small Italian restaurant has tasty dishes. Let’s go there, I will wear my short red dress.

I stand on the pile of fallen leaves wondering how jealousy keeps our friends outside the sanctity of our heart like the sanctum sactorum keeps away the outsiders from the greed of the insiders.

—Yes we shall go there. I like the young server with the blue eyes!


Στο σωρό φύλλων πάνω στέκομαι κι ακούω τον παλμό της μέρας να τρίζει κάτω απ’ τις πατούσες μου, αλλοπρόσαλος ερχομός του φθινοπώρου ίδιος με τη μοναξιά μου στο κέντρο της αγοράς που ο τελάλης ανακοινώνει τον πρώτο αποκεφαλισμό.

—Απόψε νιώθω σαν έφηβη. Πάμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο στην ακροθαλασσιά να δούμε τους αγώνες ταχύτητας υποβρυχίων.

Στέκομαι στη μέση των πεσμένων φύλλων και τ’ όνειρό μου κατηφορίζει στο αλάνθαστο μονοπάτι της ανωνυμίας, βαθυγάλανος ουρανός, σύμβολο ειρήνης σ’ ένα κόσμο δίχως το χαμογέλιο σου.

—Πού θέλεις να πάμε για φαγητό απόψε; Θέλω να διαλέξω ποιο φόρεμα να βάλω.

Το μοναχικό γεράκι μετρά φτερά και ακονίζει νύχια. Τ’ όνειρο μου αντανακλάται στις κόρες των ματιών που σαν τα κλείνω αδράχνω την τελειότητά του: ποίημα, η ειρηνική μου στάση έναντι στη μετριότητα του παλμού της πόλης κι εγώ, νιογέννητος Ορφέας την Ευρυδίκη μου ψάχνω να βρω, το Χάρο αντιπαλεύω.

— Εκείνο το μικρό Ιταλικό εστιατόριο έχει νόστιμα φαγητά. Πάμε εκεί, θα φορέσω το κοντό κόκκινο φόρεμα.

Στέκομαι στο σωρό πεσμένων φύλλων κι αναρωτιέμαι γιατί η ζήλεια κρατά τους φίλους έξω απ’την καρδιά μας σαν τ’ άγιο των αγίων διατηρεί τους έξω μακριά απ’την πλεονεξία των έσω.

—Ναι, εκεί να πάμε. Μ’ αρέσει ο νεαρός σερβιτόρος με τα γαλανά μάτια!

~ ΟΝ REMORSES AND REGRETS, collection on progress//ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΕΣ και ΤΥΨΕΙΣ, συλλογή εν εξελίξει.




Τήν μιά μονότονην ημέραν άλλη

μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θά γίνουν

τά ίδια πράγματα, θά ξαναγίνουν πάλι—

η όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε καί μάς αφίνουν.

Μήνας περνά καί φέρνει άλλον μήνα.

Αυτά πού έρχονται κανείς εύκολα τά εικάζει

είναι τά χθεσινά τά βαρετά εκείνα.

Καί καταντά το αύριο πιά σάν αύριο νά μή μοιάζει.





One monotonous day is followed by

another identical monotonous day.

The same things will happen, they

will happen again—

the same moments will find us and leave us.

A month goes by and brings another month.

It’s easy to see what’s coming next;

those boring things from the day before.

Till tomorrow doesn’t feel like tomorrow at all.




Δώδεκα καί μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα

απ’ τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

καί κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς νά διαβάζω

καί χωρίς νά μιλώ. Μέ ποιόνα νά μιλήσω

κατάμονος μέσα στό σπίτι αυτό.

Τό είδωλον τού νέου σώματος μου

απ’τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

ήλθε καί μέ ηύρε καί μέ θύμισε

κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,

καί περασμένην ηδονή—τί τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στά μάτια εμπρός,

δρόμους πού τώρα έγιναν αγνώριστοι,

κέντρα γεμάτα κίνησι πού τέλεψαν,

καί θέατρα καί καφενεία πού ήσαν μιά φορά.

Το είδωλον τού νέου σώματός μου

ήλθε καί μ’ έφερε καί τά λυπητρεά

πένθη τής οικογένειας, χωρισμοί

αισθήματα δικών μου, αισθήματα

τών πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασαν τά χρόνια.





Twelvethirty. Timehasgonebyquickly

sincenine o’clock when I lit the lamp

and sat down here. I sat without reading,

and without speaking. Whom would I speak to

alone in this house?

The vision of my youthful body

has come and visited me since nine o’clock

when I lit the lamp and has recalled

closed rooms full of fragrance

and lost carnal pleasure—what bold pleasure!

And it also brought before my eyes,

roads that are now unrecognizable,

taverns full of action that have closed,

and theaters and coffee bars that no longer exist.

The vision of my youthful body

also brought me sad memories;

family mourning, separations,

feelings about loved ones, emotions

of the dead so little appreciated.

Half past twelve. How time has gone by.

Half past twelve. How the years went by.