George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

The Limping Man/Ο Κουτσός

ΚΟΥΤΣΟΣ

Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπείδωτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαξε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρεψε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα της ανισότητας
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
κατα του άδικου χάους
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την πληρότητα
να συμπληρώσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπειρες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς

LIMPING MAN

Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of inequality
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side result of the unsaid
unrhymed poem
erotic song of deficiency
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man an unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s
incompleteness

Lord, were you drunk
when you fathered him?

Lord, bless us and
don’t drink again!
“WORDS OF ABSENCE” to be released in Greece and Canada next spring.