Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis




Νυκτόβια έντομα νεκρά στο πάτωμα. Περνάς

στις δυο κρεβατοκάμαρες: το ίδιο. Οι άλλοι

ανηφορίσανε στ’ ασβεστοκάμινα, ανάψαν φωτιές,

εμείς τους περιμέναμε τρεις νύχτες. Έγειρε το φεγγάρι,

ύστερα η πολιτεία ερήμωσε, σβήσαν τα φώτα,

έμειναν τ’ άδεια καταστήματα κι οι ξαβαμμένοι κλόουν.


~Αθήνα, 7-1-79





Dead night-flies on the floor. You go

to the two bedrooms: same thing. The others

went up the hill to the lime kilns, they started fires;

for three nights we waited for them. The moon leaned;

then the city was deserted, the lights went out,

the empty stores remained and the discolored clowns.


~Athens, 7-1-79




YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013






Aldebaran in God’s cell

God gives meaning, God gives pain
-Halo, Porcupine Tree

The moon tonight is like a scar on heaven’s dark skin. A star hangs from its edge, one of those left alone to lament every troubadour’s defeat.
And next to the scar I saw God spreading.
Many years ago, when the sun rose from the East and grass was greener, I found myself in Mount Athos.
I was thinking of Kazantzakis and Sikelianos who wandered in Athos in search of God. Both found him, each in his own way.
I went there on my own research. Perhaps I should be doing more important things, being a blossoming youth. Studying in the university, working, seeking out ways to make money. It wasn’t my style, it isn’t now, so there I was, broken and befuddled, searching for God beyond Athos.
I left behind me the markets and the bazaars, took a tattered Bible and entered the sanctum.
Chrysostom put me up in his cell. And I remember a glorious morning, as the sea was silver-plated by the sun, he saw me buried in the Bible.
“What are you doing?” he asked me.
“I try to understand”
“Understand what?” he chuckled. “Just take a look around you. What else do you need?”
I raised my head and saw the World. No apartment buildings, highways and cars. No delusions and substitutes, all these things created by man to invest on their failure. It was the World naked. Original.
I didn’t understand but I felt a shiver down my spine.
I was a young man then, a shade over the twenties. I had to go back. I had a feeling that somewhere a girl awaited for me, a girl with blooming breasts. And all the world fades before a woman’s scent. Otherwise I might had stayed.
I came back, I fell in love and felt loved, and then I attempted to enter the human sanctum.
I haven’t made it, yet. I can’t figure out the way it works.
There are nights, such as this one, when I ask God if he knows, if he has a clue.
I ask him, why should we suffer?
No answer.
I ask him, why should we die?
No answer.
I ask him, why are people drowning?
No answer.
If he could talk, I know what he would say.
“This world is the world of men.
When you were close to me I asked you, what do you prefer? Immortality or freedom?
Angels chose immortality. Humans chose freedom.
Angels can’t choose between Good and Evil. That’s why they are immortal.
Humans can choose. That’s why they die.”
“That’s why they kill” I told him.
No answer.
We walked into the woods with Chrysostom and he showed me wild-boar tracks. Somewhere we spotted a cave in the mountain.
“A hermitage” he told me. “An old man lived there”.
“What did he do?” I asked.
“He died” he answered me.
The Last night before I leave Athos, I remembered the following Buddhist tale.
A youth had become a novice monk. He had passed all the trials but could not forget a girl back in the village.
He went to the master and asked him: “ Master, what should I do? Become a monk or go back to the village and get married?”
The master was chewing pumpkin seeds with his few remaining teeth. He spat the shells and replied:
“Whatever you do, you will regret it”
The moon looks like a pumpkin seed and Aldebaran hangs from its edge.
Perla the dog, chews on a piece of wood, as if she was a wise man.
Somewhere people are drowning, somewhere people get rich and somewhere a child dreams of peace.
The sun keeps rising from the east, in the world of men.
And God lies in his cell, without ever giving an answer.

SaneJoker – Γελωτοποιός

«Ρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω;
Μιαν ανάσα, γυρεύω για να γιάνω.
Μια νυχιά, έτσι είναι το φεγγάρι απόψε. Απ’ την άκρη του κρέμεται ένα αστέρι, ένα από κεινα που μείναν μόνα τους να κλαίνε τον χαμένο αγώνα του τροβαδούρου.
Και δίπλα απ’ τη νυχιά είδα τον Θεό ν’ απλώνεται.
Πριν πολλά χρόνια, τότε που ο ήλιος έβγαινε απ’ την ανατολή και το γρασίδι φύτρωνε στο χώμα, είχα βρεθεί στο Άγιο Όρος.
Θυμόμουν τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό που τριγυρνούσαν στον Άθω προς αναζήτηση θεού. Τον βρήκαν κι οι δυο, καθένας με τον τρόπο του.
Πήγα να ψάξω κι εγώ. Ίσως θα έπρεπε να κάνω πιο σημαντικά πράγματα, νέο παιδί, παλικάρι, που έπιανα τις πέτρες και τις έστιβα. Να σπουδάζω, να δουλεύω, να ψάχνω τρόπους για να βγάλω λεφτά. Δεν το είχα τότε, δεν το έχω τώρα, κι έτσι άφραγκος κι αλλοπαρμένος γυρεύω τον θεό, μακριά απ’ τον Άθω.
Για δεν υπήρξα κατεργάρης και τη χρειάζομαι τη χάρη σου, μωρέ.
Άφησα πίσω μου τις Αγορές και τα παζάρια, πήρα μια διαλυμένη Βίβλο και παρείσφρυσα στο άβατο.
Με φιλοξένησε στο κελί του ο Χρυσόστομος. Και θυμάμαι ένα ένδοξο πρωινό, με τον ήλιο να επαργυρώνει τη θάλασσα, που με βρήκε χωμένο στη Βίβλο.
«Τι κάνεις εκεί;» με ρώτησε.
«Προσπαθώ να καταλάβω».
«Τι να καταλάβεις;», είπε γελώντας. «Κοίτα μπροστά σου. Τι άλλο θες;»
Σήκωσα το κεφάλι κι είδα τον Κόσμο. Χωρίς πολυκατοικίες, λεωφόρους κι αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν ψευδαισθήσεις κι υποκατάστατα, όλα εκείνα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι για να επενδύσουν την αποτυχία τους. Ήταν ο Κόσμος γυμνός. Αληθινός.
Δεν κατάλαβα, αλλά ανατρίχιασα.
Ήμουν μικρός τότε, λίγο παραπάνω απ’ τα είκοσι. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Ένιωθα πως κάπου με περίμενε ένα κορίτσι μ’ ανθισμένα στήθη. Κι όλος ο κόσμος ωχριά μπρος στο άρωμα της γυναίκας. Αλλιώς μπορεί να `μενα εκεί.
Γύρισα, αγάπησα κι αγαπήθηκα, κι έπειτα προσπάθησα να παρεισφρύσω στο άβατο των ανθρώπων.
Ακόμα δεν το `χω καταφέρει. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς λειτουργεί.
Κάποια βράδια, σαν το αποψινό, ρωτάω τον θεό, μήπως ξέρει αυτός, μήπως αυτός έχει καταλάβει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πονάμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πεθαίνουμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πνίγονται άνθρωποι.
Δεν απαντάει.
Αν μπορούσε να μιλήσει ξέρω τι θα μου `λεγε.
«Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος των ανθρώπων.
Όταν όλοι ήσασταν κοντά μου σας ρώτησα τι προτιμάτε; Αθανασία ή ελευθερία;
Οι άγγελοι προτίμησαν την αθανασία. Οι άνθρωποι την ελευθερία.
Οι άγγελοι δεν μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο Κακό και στο Καλό. Γι’ αυτό είναι αθάνατοι.
Οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν. Γι’ αυτό πεθαίνουν.»
«Γι αυτό σκοτώνουν», του είπα.
Δεν απάντησε.
Περπατούσαμε στο δάσος με τον Χρυσόστομο και μου `δειχνε τα ίχνη απ’ τα αγριογούρουνα. Κάπου είδαμε μια τρύπα στο βουνό.
«Κελί», μου είπε. «Εμενε ένας γέροντας εδώ.»
«Τι έκανε;» τον ρώτησα.
«Πέθανε», μου είπε.
Το τελευταίο βράδυ, πριν φύγω απ’ τον Άθω, θυμήθηκα εκείνη τη βουδιστική ιστορία.
Ένας νεαρός είναι δόκιμος μοναχός. Περνάει όλες τις δοκιμασίες, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει το κορίτσι στο χωριό.
Πηγαίνει στον δάσκαλο και τον ρωτάει: «Δάσκαλε, τι να κάνω; Να γίνω μοναχός ή να γυρίσω στο χωριό να παντρευτώ;»
Ο δάσκαλος μασουλούσε κολοκυθόσπορους, με τα λίγα δόντια που του `χαν μείνει. Έφτυσε τα τσόφλια κι είπε:
«Ό,τι και να κάνεις, στο τέλος θα το μετανιώσεις.»
Το φεγγάρι μοιάζει με τσόφλι από πασατέμπο κι ο Αλντεμπαράν κρέμεται στην άκρη του.
Η Πέρλα, ο σκύλος, μασουλάει σαν σοφός ένα ξύλο.
Κάπου πνίγονται άνθρωποι, κάπου άνθρωποι πλουτίζουν, κάπου ένα παιδί ονειρεύεται την ειρήνη.
Ο ήλιος συνεχίζει να βγαίνει απ’ την ανατολή στον κόσμο των ανθρώπων.
Κι ο θεός ξαπλώνει στο κελί του, χωρίς ποτέ να απαντάει.

Ο Αλντεμπαράν στο κελί του Θεού

Επιφάνια, 1937– Epiphany, 1937

George Seferis_cover


Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσια και τα μαλ-
λιά σου
χρυσά, τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-

Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους, βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές ο χιονι-
κάμπος ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν κι οι
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ, ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπης.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


The flowering sea and the mountains in the waning
the great rock near the cactus pear trees and the asphodels
the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day
and the vacant bed near the cypresses and your
golden, the stars of the Swan and that star, Alde-

I got hold of my life, I got hold of my life traveling
among yellow trees in the slanting rain
in silent slopes loaded with beech-tree leaves
no fire on their peaks; it’s getting dark.
I got hold of my life; a line on your left hand
on your knee a scar, perhaps they still exist
in the sand of last summer, perhaps
they are still there where the north wind blew as I hear
the unfamiliar voice around the frozen lake.
The faces I see don’t ask questions nor does the woman
stooping as she walks breastfeeding her baby.
I climb the mountains; bruised ravines; the snow
plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing
nor does the time enslaved in silent chapels, nor
do the hands outstretched to beg, nor the
I got hold of my life whispering in the boundless
I no longer know how to speak nor how to think; whispers
like the cypress’ breath that night
like the human voice of the night sea on
like the memory of your voice saying ‘happiness’.
I close my eyes searching for the secret encounter
of waters
under the ice , the smile of the sea, the closed water
groping with my veins those veins
that escape me
there where the water lilies end and this man
who saunters as though blind on the snow of silence.
I got hold of my life, with him, searching for the water
that touches you
heavy drops on the green leaves, on your face
in the vacant garden, drops on the motionless cistern
dropping on a dead swan’s snow-white
living trees and your eyes fixated.

This road has no end, doesn’t change, no matter
how hard you try
to recall your childhood years, the ones who left
who got lost in their sleep, the pelagic graves
no matter how hard you ask the bodies you loved to stoop
under the hardened branches of the plane trees there
where the sun ray stood still naked
and a dog leaped and your heart shuddered
the road has no change; I got hold of my life.
The snow
and the frozen water in the horses’ hoof-marks.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis


George Seferis-Collected Poems/Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα

George Seferis_cover


Ο μεγαλύτερος ήλιος από τή μιά μεριά

κι από τήν άλλη τό νέο φεγγάρι

απόμακρα στή μνήμη σάν εκείνα τά στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα τής αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός τής ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν καί ιδρώνουν

πάνω σέ σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

καί τούτη η γυναίκα

πού τήν είδες όμορφη, μιά στιγμή

λυγίζει δέν αντέχει πιά γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

καί γίνονται άστρα.

Παραμονή τής μακρύτερης μέρας.



The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn them into stars.

Evening before the longest day.

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

ritsos front cover

Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.

Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.

Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.

Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.

Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.

Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;

Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.

Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.

Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.


In the Barracks

The moon entered the barracks.

It rummaged in the soldiers’ blankets.

Touched an undressed arm. Go to sleep.

Someone talks in his sleep. Someone snores.

A shadow gestures on the long wall.

The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?

Can they be dead from right now?

A soldier woke up.

He looks around with glassy eyes.

A thread of blood hangs from the moon’s lips.

Τό νόημα τής απλότητας

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, γιά νά μέ βρείτε,

άν δέ μέ βρείτε, θά βρείτε τά πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα πού άγγιξε τό χέρι μου,

θά σμίξουν τά χνάρια τών χεριών μας.

Τό αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στήν κουζίνα

σά γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό πού σάς λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι καί τή γονατισμένη σιωπή τού σπιτιού—

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μιά έξοδος

γιά μιά συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

καί τότε είναι μιά λέξη αληθινή, σάν επιμένει στή συνάντηση.

The meaning of simplicity

I hide behind simple things, so you may find me;

if you don’t find me, you will find these things,

you will touch what my hand touched,

the traces of our hands will join.

The August moon shines in the kitchen

like a tin-plated saucepan (it turns like that because I tell you this)

it lights the empty house and the kneeling silence of the house –

silence stays always kneeling.

Every word is an exit

for an encounter, often postponed,

and then the word is true, since it insists on the encounter.

Γάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translation Manolis Aligizakis


Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα



Νικημένος απ’ το γαλάζιο

με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τη φωτιά του

και το φύκι σαλεύοντας στη μασκάλη του—

Το κύμα της μέρας δεν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι της σκέψης του.

Είταν έτοιμος πια για τον έρωτα

και για το θάνατο.


Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.


Φεγγάρι, φεγγάρι. Το φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στη μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα της νύχτας, σκιές,

σε βλέπουν—δεν τα βλέπεις. Σε ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στη σιωπηλή παραδοχή πως δεν θα γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σαν γνωρισμένα κι αφημένα.




Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.


Στο λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα

δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος

να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.


In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis