George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

74979_3629791323956_2077615219_n

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΙΘ’

Κι άν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά,

μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.

 

MYTHISTOREMA XIX

Although the wind blows it doesn’t freshen us
and the shade is narrow under the cypresses
and all around uphill paths to the mountains;

they weigh heavy on us
the friends who don’t know how to die anymore.

~GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2012

Nostos and Algos//Νόστος και Άλγος

nostos and algos cover

OLD COUPLE

Long and narrow rusted table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth as though
thrown in debts of river for a long time
cloth faded like her eyes gazing the sea’s
agony that reaches the foreign land
where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought pounding
her memory that light may be reborn

and he brings two plates
trembling hands pour wine in two glasses
small plate with olives, piece of feta

and the sigh expertly camouflaged by a smile
the lone cicada that insists to disturb
monologue of their loneliness

finally he sits next to her when
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than everybody
roars with laughter when the old man says
to her…you forgot to make the salad

“In memory of my parents
in their late years of life in the village”
ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο σαν
να το πέταξαν στο βάθος ποταμού
ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της
να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει.

Ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
και σκληρός σαν αμαρτία,
αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα,
το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν
στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει
της μοναξιάς τους το μονόλογο
όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της.

Πάνωθέ τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του
αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος
κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια
που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

‘Aφιερωμένο στους γονείς μου
που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’

http://www.ekstasiseditions.com