FRIEDRICH NIETZSCHE

800px-Nietzsche187a

 

FRIEDRICH NIETZSCHE’S

 

Individuality, Autonomy, “Freedom of Spirit”

From the earliest reception, commentators have noted the value Nietzsche places on individuality and on the independence of the “free spirit” from confining conventions of society, religion, or morality (e.g., Simmel [1907] 1920). This strand of thought continues to receive strong emphasis in recent interpretations—see, e.g., Nehamas (1985), Thiele (1990), Gerhardt (1992), Strong ([1975] 2000: 186–217), Reginster (2003), Richardson (2004: 94–103), Anderson (2006, 2012a), Higgins (2006), Schacht (2006), Acampora (2013), and the essays in Young (2015)—and there is an impressive body of textual evidence to support it (UM III, 2, 5–6, 8; GS 116, 117, 122, 143, 149, 291, 335, 338, 347, 354; BGE 29, 41, 259; GM I, 16, II, 1–3; TI IX, 41, 44, 49; A 11). Salient as Nietzsche’s praise of individuality is, however, it is equally obvious that he resists any thought that every single human person has value on the strength of individuality alone—indeed, he is willing to state that point in especially blunt terms: “Self-interest is worth as much as the person who has it: it can be worth a great deal, and it can be unworthy and contemptible” (TI IX, 33). Scholars have advocated quite different explanations of what makes a person’s individuality valuable in the privileged cases. Some hold that certain given, natural characteristics that admit no (or not much) further explanation entail that some individuals are “higher men” manifesting genuine value, whereas others have no such value—Leiter (2002) offers a strongly developed naturalistic version of this approach—whereas others take the ”true” or “higher self” to be a kind of ideal or norm to which a person may, or may not, live up (Conant 2001; see also Kaufmann [1950] 1974: 307–16). Still others attempt to develop a position that combines aspects of both views (Schacht 1983: 330–38), or hold that Nietzsche’s position on the “overman” or “higher man” is simply riven by internal contradiction (Müller-Lauter [1971] 1999: 72–83).

A different approach takes its lead from Nietzsche’s connection between individuality and freedom of spirit (GS 347; BGE 41–44). As Reginster (2003) shows, what opposes Nietzschean freedom of spirit is fanaticism, understood as a vehement commitment to some faith or value-set given from without, which is motivated by a need to believe in something because one lacks the self-determination to think for oneself (GS 347). This appeal to self-determination suggests that we might explain the value of individuality by appeal to an underlying value of autonomy: valuable individuals would be the ones who “give themselves laws, who create themselves” (GS 335), who exhibit self-control or self-governance (TI, V, 2; VIII, 6; IX, 38, 49; BGE 203), and who are thereby able to “stand surety” for their own future (GM II, 2–3). A variety of scholars have recently explored the resources of this line of thought in Nietzsche; Anderson (2013) surveys the literature, and notable contributions include Ridley (2007b), Pippin (2009, 2010), Reginster (2012), Katsafanas (2011b, 2012, 2014, 2016), and especially the papers in Gemes and May 2009.

 

https://plato.stanford.edu/entries/nietzsche/

Υπεράνθρωπος/Ubermensch

ubermensch_cover

 

Συγκέντρωση

 

 

Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης,

νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες τους, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό,

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του, κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού,

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός

ζητιάνου.

~ Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

τη δική τους δύση.

 

 

 

Gathering

 

We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young men unshaven, girls with breasts poking through

their blouse, birds hovered over the eternal void as if to

define its borders, old man stood opposite the dignitaries.

His beard snow white, his arms wide open as though

he had just jumped off the family mirror where our dead

stood next to him, beards long and grey.

Flower pots and shrubs in the square were silent yet

when he started his discourse the rain recommenced,

birds found shelter in the bushes, dignitaries run to

the closest beer parlour and our old man with the white

beard fell asleep in the arms of the beggar.

 

~ I like those who build the house of Ubermensch, those

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

UBERMENSCH

ubermensch_cover

Scarecrow

He knew our peculiar desire for suffering
as if we preferred the sigh of defeated and
the signs left behind by birds in their morning flight
our eardrums soft capable of capturing the rapture
of the thunderbolt yet, we still wanted to lay next
to the woman’s breast, close enough to feel her pain
close enough to taste her anguish and He, alone
encompassed the earth as if with His song
to transcend it, while we still kneeled before
the scarecrow, jet-black eyes and straw hair
on his head that moved back and fro, myths
upon which we had based our existence.

Σκιάχτρο

Γνώριζε την παράξενή μας προτροπή για βάσανα
σαν να μας άρεσε του ηττημένου ο στεναγμός
και τα πρωινά σημάδια που αφήναν τα πουλιά
στο πέταγμά τους. Τ’ αυτιά μας απαλές μεμβράνες
της καταιγίδας το πανδαιμόνιο που συλλαμβάνανε
κι ακόμα θέλαμε δίπλα σε γυναίκας βυζί να κοιμηθούμε
τόσο κοντά τον πόνο της να νιώσουμε, τόσο κοντά
την αγωνία της για να γευτούμε κι όμως εκείνος
μόνος του τη γη ολόκληρη με μια ματιά αγκάλιαζε
σα να `θελε με το τραγούδι του να τη μετουσιώσει
κι εμείς ακόμα γονατίζαμε μπροστά σε σκιάχτρα
με μάτια κατάμαυρα κι άχυρο στο κεφάλι που μπρός
και πίσω πήγαιναν, μύθοι που πάνω τους στηρίξαμε
την ύπαρξή μας.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ/DIMITRIS LIANTINIS

10255262_707962025913052_1628846779_n

Βιογραφία/Biography

Ο συγγραφέας παιδαγωγός φιλόσοφος και ποιητής Δημήτρης Λιαντίνης, αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της αγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μέχρι το 1998, γεννήθηκε το 1942 στην Κοινότητα Πολοβίτσας του Νομού Λακωνίας.
Τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο της Σπάρτης το 1960. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία έλαβε το πτυχίο του το 1966. Από το 1968 μέχρι το 1970 υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1970 μέχρι το 1972 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Από το 1973 μέχρι το 1975 υπηρέτησε εκ νέου στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1975 διορίστηκε βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα με εισηγητή τον Καθηγητή της Φιλοσοφίας Ευάγγελο Μουτσόπουλο από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό «άριστα» και θέμα «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του Ράινερ Μαρία Ρίλκε».
Δίδαξε Φιλοσοφία της αγωγής, Παιδαγωγική και Διδακτική στο Τμήμα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας και Παιδαγωγικά στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εκτός του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στη Μετεκπαίδευση των δασκάλων, στα ΠΕΚ Κηφισιάς, Περιστερίου και Πειραιά και στη Σχολή της Αστυνομίας. Έχει δώσει διαλέξεις στη Ναυτική Σχολή Πολέμου και στη στρατιωτική Σχολή Υγειονομικού.
Έγραψε βιβλία φιλοσοφικού συλλογισμού με ιδιαίτερη προσωπική χαρακτηριστική ποιητική γραφή, αλλά ακριβολόγο πνεύμα.
Το 1972 γνώρισε στο Μόναχο και το 1973 παντρεύτηκε τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου, Καθηγήτρια της Εισαγωγής στη Φιλοσοφία και Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την 1.6.1998 ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε από την οικογένειά του και το πανεπιστημιακό του περιβάλλον.
ΒΙΒΛΙΑ
ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ. ΟΙ ΕΛΕΓΕΙΕΣ ΤΟΥ DUINO ΤΟΥ RILKE, ΑΘHΝΑ 1977
ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ. Ο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Αθήνα 1978 (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών)
FR. NIETZSCHE. ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Προλόγισμα – Μετάφραση Δ. Λιαντίνη, Αθήνα 1979
ΗΟΜΟ EDUCANDUS, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ, Αθήνα 1984
Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ, Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ, Αθήνα 1986
ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟ, ΣΤΟΑ ΚΑΙ ΡΩΜΗ, Αθήνα 1987
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, Αθήνα 1994
ΓΚΕΜΜΑ, Αθήνα 1997
ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Αθήνα 2006

ENGLISH
The author, educator, philosopher and poet Dimitris Liantinis, associate professor of Philosophy of education and Didaktik of the teaching of Greek at the University of Athens until 1998, was born in 1942 in the village of Polovitsa of the prefecture of Lakonia.
He finished the High School of Sparta in 1960. He studied at the Department of Philology of the Faculty of Philosophy of the University of Athens, graduating in 1966. Between 1968 and 1970 he taught philology in Secondary High School Education. Between 1970 and 1972 he studied at the University of Munich. Between 1973 and 1975 he taught again in High School Education. In 1975 he was appointed as assistant in the Laboratory of Pedagogy of the University of Athens. In 1977 he received his PhD from the University of Athens, under Professor of Philosophy Evangelos Moutsopoulos of the Faculty of Philosophy, with distinction, the subject of his thesis being “The presence of Greek essence in the elegies of Duino by Rainer Maria Rilke.
Outside of the University of Athens he also taught in Greece at the Maraslios Academy in Postgraduate Teacher training, at the PEK of Kifisia, Peristeri and Piraeas, and at the School of Police. He has given lectures at the Naval School of War and at the Military School of Health.
He authored books of philosophical reflection with a particular personal and characteristic poetic style, but with a succinct flavour.
In 1972 in Munich he met Nikolitsa Georgopoulou, Professor of Introduction to Philosophy and History of Philosophy at the University of Athens, whom he married in 1973.
On the 1st of June 1998, Liantinis disappeared from his family and his university environment.
HIS BOOKS
1. Awakened Dream. (Rainer Maria Rilke’s Elegies of Duino. Philosophical Interpretation).
2. Chasm of an Earthquake. (The Poetry of Greek National Poet Dionysios Solomos. Philosophical Interpretation).
3. Friedrich Nietzsche. Ecce Homo. (Introduction and Greek Translation).
4. Manic Sobriety. (The Poetry of Georgios Seferis. Philosophical Interpretation).
5. Homo educandus. (Philosophy of Education).
6. Stoa and Rome. (The Influence of stoic Philosophy in Rome’s politics).
7. Ellinika. (The Didactic of Greek Language and Literature).
8. Gemma. (Philosophical Approach of existential Problems of Man).
9. Times of Stars. (Poems).
GERMAN
Der Schriftsteller Pädagoge, Philosoph und Dichter Dimitris Liantinis, Professor für Erziehungsphilosophie und Didaktik der griechischen Fächer in der Universität Athen bis 1998, wurde 1942 in der Gemeinde Polovitsa in Lakonia Griechenland geboren.
Er bekam sein Abitur 1960 vom Lyzeum in Sparta. Er studierte griechische Philologie in der Philosophischen Fakultät der Universität Athen. Er bekam sein Diplom 1966. Von 1968 bis 1970 arbeitete er als Gymnasiallehrer. Von 1970 bis 1972 studierte er in der Universität München. Von 1973 bis 1975 ging er wieder in den Schuldienst. Im Jahre 1975 bekam er eine Assistentenstelle im Pädagogischen Institut der Universität Athen. Im Jahre 1977 promovierte er mit summa cum laude im Fach Philosophie in der Philosophischen Fakultät der Universität Athen. (Thema der Dissertation: Die Gegenwart des griechischen Geistes in den Duineser Elegien von Rainer Maria Rilke).
In Griechenland hat er in verschiedenen Höheren Schulen gelesen.
In seinem didaktischen und schriftlichen Werk befasst er sich mit der Philosophie der Dichtung, der Philosophischen Anthropologie und der Philosophie der Erziehung. Selbst Dichter und ausgezeichneter Kenner der griechischen Sprache in ihrer langen Geschichte schrieb er philosophische Bücher und Gedichte. Seine persönliche Schrift ist stilistisch erkennbar. Seine Bücher sind bestseller geworden.
Im Jahre 1972 hat er in München Nikolitsa Georgopoulou, Professorin für Einführung in die Philosophie und Geschichte der Philosophie an der Universität Athen, kennengelernt und hat sie 1973 geheiratet.
Im Juni 1998 verschwand er unbekannterweise.
Seine Bücher
1. Der Wachtraum (Die Duineser Elegien von Rainer Maria Rilke).
2. Erdbebensspalte. (Philosophische Interpretation der Dichtung vom griechischen Nationaldichter Dionysios Solomos).
3. Friedrich Nitzsche: Ecce Homo (Einführung und Übersetzung).
4.Manisch für Nüchternheit. (Die Dichtung vom Nobelpreisträger Giorgos Seferis in philosophischer Ansicht).
5. Homo educandus. (Philosophie der Erziehung).
6. Stoa und Roma.( Der Einfluss der stoischen Philosophie auf die Politik Romas).
7. Ellinika. (Die Didaktik der griechischen Sprache und Literatur).
8. Gemma.( Ein Buch mit verschieden existenziellen Themen des Menschen).
9. Die Stunden der Sterne (Gedichte)

Κριτική για το βιβλίο Υπεράνθρωπος/Ubermensch-Review

ubermensch_cover

Poetry, EKSTASIS EDITIONS

Ubermensch, by Manolis Aligizakis is the most difficult and most philosophical poetry book I have come across. And rightfully so since it is identified with Nietzsche’s “Ubermensch” so much in the plot as much in the concepts. The poet “toys” with the various conventions as he firstly relates Ubermensch to true dimension given to him by the German philosopher and secondly to the misinterpretation given to the concept by the German ‘national-socialists’ with the horrible results that followed and affected the whole world.

Before we describe Manolis Algizakis’ Ubermensch, let us quickly look at what Nietzsche anticipated from his treatise. In simple words Nietzsche posited man opposite his abilities and responsibilities which should he had used wisely, he could overcome every obstacle. With the right use of his logic and his instinct as his primal levers man can live in a free and just society where everyone is master of himself. Nietzsche, of course, never described the moral dimension of Ubermensch, as the author claimed, as he appeared to fill the void created by the lack of authority and the Death of God. Ubermensch therefore is a redeemer, defender of morality but at the same time uncontrollable, as far as it concerns his ulterior plans for the world that remain vague…

This book published in both Greek and English consists of three parts and the style of writing is closer to prose than poetry. In the first part “Red Dawn”, man being free from all religious obligations decides to walk the earth based on his strength and wants to get rid of his ties to the system. In a collapsing society and in a family that loses its primal meaning a person needs to accept human futility and if successful man will then recognize the importance of simple things such as nature and the innocent moments of childhood, the weight hidden in a word, in a compliment, in a gesture worthy of praise. The defenseless, before death, man waits languidly for his “resurrection”, without any effort to rid of his narcissism and irresponsibility. Thus, away from his God and his beliefs, man was led to his oblivion. But with ignorance as his point from where he commences his charge he can achieve greatness and he can excel.

How then can man change to the better? With self-knowledge, with paying attention to the importance of everyday events, with the right reflection of the positive and negative parameters that influence his life. At this point the appearance of Ubermensch among the people is announced who with the people’s devotion, again he sprang out of their self-consciousness. By trying to prove to him that they’re knowledgeable and can endure hardship they succumb to his preaching. And Ubermensch—the tyrant (as the poet calls him) opportunist as he is started to fully control their fearful consciousness. Smart, demagogue, witted he was the only one who could sense the human mistakes and him alone could subjugate them. Never punishing and never asking for something in return, known to forgive, he preached morality and balance. The first part closes with the people’s declaration of obedience, event that satisfied him to the fullest…


In the second part, “Fiery Highnoon”, Ubermensch begins the true preaching of his ideology. In fact he starts to reveal his true self. The poet presents before the eyes of Ubernmensch and his followers a series of men letting Ubermensch unfold his philosophy to the world. Among these men are: a beggar, an old miser, a jester, a decadent king…

Ubermensch, familiar with the human passion preaches his beliefs and presents his preferences. He likes for example those who live with no goals, meaninglessly, who disdain everything, who don’t sacrifice themselves for anything, those who with their acts bring him closer to his dominance, the ones who amass money and land which he’ll at some future day take from them, the ones who pretend they are not afraid, those who chase an unaccomplished morality, those who forever carry their wounds deep inside them, those who use the power of God to solve their problems, those who because of their deeds and decisions are led to their destruction. And all these, whom “he likes” hover over the heads of his followers, his followers who without religion stand opposite the chaos they brought unto the world; those who foolishly and without reservation accepted him into their houses; those dreamers, the self- absorbed, the loners and the arrogant. Those who forgot where they came from and they fell innocently in the pangs of the new leader. However their wholehearted joy for him, who would change the world, soon disappeared when they sensed that everything around them was ruined and again the lie was dominant. Finally they understood that again they were the ones who fought against themselves while contributing to the creation of their own hell thus empowering Ubermensch.  

In the third part of the book, “Conflagrated Dusk”, an evaluation of what transpired in the people’s lives while they lived along the Ubermensch takes place. Men had decided to hate everybody and become the bridge upon which Ubermensch would pass in order to achieve his goals. They were left naked and they witnessed the masses to be overtaken by greediness and dissolution. They again came across a world that didn’t like to change and only kept on following false leaders who promised hollow rewards.

The last journey with Ubermensch takes place before certain men who are chosen because of their attributes: an Eparch, an undertaker, a teacher, a painter, a general, a poet, a potter and a dancer. Each of them is to a certain extend an Ubermensch, because of what they create in their fields and because of their abilities while others are incapable of becoming Ubermenschen because of the weaknesses.

The poet, Manolis Aligizakis, tests human endurances and bounds. He underscores concepts that leave the reader with questions and why not, with an awakening. Everyone can be an Ubermensch in his field as long as he can rely on his own strengths and skills. Even the supporters of Manolis Aligizakis’ Ubermensch, at the end, rejuvenated by what they lived through experience, they decided to wake up and never to become again victims of the system. The poet underlines that the distance between the opposite polarities is very small: between a truth and a lie, between a belief and atheism, trust and suspicion, life and death. “Everything” is we as long as we understand our true self and we live in relation to that. Therefore every one of us can be an Ubermensch when we fight with all our strength for something higher and at the same so does the one who acquires (quite unjustly) power from the weakness of others and leads the rest in the wrong path (for example the German social-nationalism).

In conclusion I would like to underscore that from the moment I received and opened this book I understood I was before a truly great accomplishment. And for this I owe a big “thank you” to Manolis Aligizakis, the poet, for his trust in me. Manolis Aligizakis, a Greek—Canadian citizen, proves that Greek literature outside Greece is of the highest quality.

Example of the Manolis’ writing is the following poem:

 

Epode

     We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

     I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

    We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

     I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

    We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

     I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

     We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

     I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

     We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

    I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

     We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

    I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

    We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen

Alexander Akritidis—Writer, University Graduate with a Diploma in Humanities

http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57

 

Ποίηση – EKSTASIS EDITIONS

Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή,ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…

Δείγμα γραφής:

Επωδός

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

Αλέξανδρος Ακριτίδης

Λογοτέχνης – Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών

 http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57