Ubermensch

ubermensch_cover

Εφιάλτης

Μες στη μιζέρια των γηρατειών σε παλιούς δρόμους
βρίσκαμε τα γνωστά μας μαγαζιά, μπυραρίες, ποτά
ανάκατα με ιδρώτα, το μαγαζάκι της γωνίας που
η ανατολίτισσα είδε γυναίκες που ρούχα διάλεγαν
απ’ το μεγάλο κιβώτιο του Φιλανθρωπικού
Οργανισμού σοβαρές και σίγουρες στο μέγεθός τους
εταίριαζαν κι η ευλάβειά μας, ευλογημένη ας ήταν, που
δίχως φόβο κατάματα κοιτάξαμε το απέραντο κι έτσι
ανακαλύψαμε τ’αχνάρια μας.
Τα ρούχα δεν δοκιμάζονταν ποτέ δημόσια.
Ουρητήρια ατημέλητα. Πίσω απ’ τον τοίχο κατουρούσαν
οι πελάτες και τα `δε όλα αυτά καθώς εμείς στεκόμαστε
και περιμέναμε κάτι να πει. Αλλά το απλό χαμόγελο
στα χείλη Του μαρτυρούσε την κυριαρχία του ονειροπώλου
που έδιωχνε φαντάσματα και εφιάλτες.
Nightmare

 

In the misery of old age the same streets we traversed
with the old stores, beer parlors, cocktails of alcohol and
sweat, corner store with the oriental owner, women often
selected cloths from the Salvation Army bin seriously
hoping they would fit them and with reverence, let it be holy,
straight in the eyes of the infinite we gazed to discover
our footprints.
Cloths were never tried in public.
Washrooms un-kept. Most men preferred to urinate behind
the wall, all this He took in and we stood waiting for Him
to cry out something. But He remained silent with a simple
smile upon His lips witness of His victory, the dreamer’s
domination over the ghost of a nightmare.

http://www.libroslibertad.ca

 

C.P.Cavafy/K.Π.Καβάφης

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Τήν μιά μονότονην ημέραν άλλη

μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θά γίνουν

τά ίδια πράγματα, θά ξαναγίνουν πάλι—

η όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε καί μάς αφίνουν.

Μήνας περνά καί φέρνει άλλον μήνα.

Αυτά πού έρχονται κανείς εύκολα τά εικάζει

είναι τά χθεσινά τά βαρετά εκείνα.

Καί καταντά το αύριο πιά σάν αύριο νά μή μοιάζει.

 

 

 

MONOTONY

One monotonous day is followed by

another identical monotonous day.

The same things will happen, they

will happen again—

the same moments will find us and leave us.

A month goes by and brings another month.

It’s easy to see what’s coming next;

those boring things from the day before.

Till tomorrow doesn’t feel like tomorrow at all.

ΑΠ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ—

 

 

Δώδεκα καί μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα

απ’ τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

καί κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς νά διαβάζω

καί χωρίς νά μιλώ. Μέ ποιόνα νά μιλήσω

κατάμονος μέσα στό σπίτι αυτό.

Τό είδωλον τού νέου σώματος μου

απ’τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

ήλθε καί μέ ηύρε καί μέ θύμισε

κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,

καί περασμένην ηδονή—τί τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στά μάτια εμπρός,

δρόμους πού τώρα έγιναν αγνώριστοι,

κέντρα γεμάτα κίνησι πού τέλεψαν,

καί θέατρα καί καφενεία πού ήσαν μιά φορά.

Το είδωλον τού νέου σώματός μου

ήλθε καί μ’ έφερε καί τά λυπητρεά

πένθη τής οικογένειας, χωρισμοί

αισθήματα δικών μου, αισθήματα

τών πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασαν τά χρόνια.

 

SINCENINEO’CLOCK

 

 

Twelvethirty. Timehasgonebyquickly

sincenine o’clock when I lit the lamp

and sat down here. I sat without reading,

and without speaking. Whom would I speak to

alone in this house?

The vision of my youthful body

has come and visited me since nine o’clock

when I lit the lamp and has recalled

closed rooms full of fragrance

and lost carnal pleasure—what bold pleasure!

And it also brought before my eyes,

roads that are now unrecognizable,

taverns full of action that have closed,

and theaters and coffee bars that no longer exist.

The vision of my youthful body

also brought me sad memories;

family mourning, separations,

feelings about loved ones, emotions

of the dead so little appreciated.

Half past twelve. How time has gone by.

Half past twelve. How the years went by.