I stand in the pile of fallen leaves I listen to the day’s pulse amid leaves creaking under my soles, frenetic mode of the autumn equinox no different than my loneliness in the middle of the marketplace where the crier announces the first beheading.

—Tonight I feel like a teenager. Let’s take the car and go to the beach. To watch the submarine races.

I stand in the middle of the fallen leaves and my dream cruises down the unmistaken path of anonymity sky dressed in its azure color, meteoric symbol of peace in a cosmos without your smile.

—Where you want to go for dinner tonight before I pick what to wear?

Lonely falcon counts feathers and sharpened talons. My dream reflects in my retina all I have to do is close my eyes and grasp its wholeness: poetry, my peaceful resolution opposite the consumer oriented banality of the city’s pulse and I, like a new Orpheus seeking his Eurydice, fight against Hades.

—That small Italian restaurant has tasty dishes. Let’s go there, I will wear my short red dress.

I stand on the pile of fallen leaves wondering how jealousy keeps our friends outside the sanctity of our heart like the sanctum sactorum keeps away the outsiders from the greed of the insiders.

—Yes we shall go there. I like the young server with the blue eyes!


Στο σωρό φύλλων πάνω στέκομαι κι ακούω τον παλμό της μέρας να τρίζει κάτω απ’ τις πατούσες μου, αλλοπρόσαλος ερχομός του φθινοπώρου ίδιος με τη μοναξιά μου στο κέντρο της αγοράς που ο τελάλης ανακοινώνει τον πρώτο αποκεφαλισμό.

—Απόψε νιώθω σαν έφηβη. Πάμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο στην ακροθαλασσιά να δούμε τους αγώνες ταχύτητας υποβρυχίων.

Στέκομαι στη μέση των πεσμένων φύλλων και τ’ όνειρό μου κατηφορίζει στο αλάνθαστο μονοπάτι της ανωνυμίας, βαθυγάλανος ουρανός, σύμβολο ειρήνης σ’ ένα κόσμο δίχως το χαμογέλιο σου.

—Πού θέλεις να πάμε για φαγητό απόψε; Θέλω να διαλέξω ποιο φόρεμα να βάλω.

Το μοναχικό γεράκι μετρά φτερά και ακονίζει νύχια. Τ’ όνειρο μου αντανακλάται στις κόρες των ματιών που σαν τα κλείνω αδράχνω την τελειότητά του: ποίημα, η ειρηνική μου στάση έναντι στη μετριότητα του παλμού της πόλης κι εγώ, νιογέννητος Ορφέας την Ευρυδίκη μου ψάχνω να βρω, το Χάρο αντιπαλεύω.

— Εκείνο το μικρό Ιταλικό εστιατόριο έχει νόστιμα φαγητά. Πάμε εκεί, θα φορέσω το κοντό κόκκινο φόρεμα.

Στέκομαι στο σωρό πεσμένων φύλλων κι αναρωτιέμαι γιατί η ζήλεια κρατά τους φίλους έξω απ’την καρδιά μας σαν τ’ άγιο των αγίων διατηρεί τους έξω μακριά απ’την πλεονεξία των έσω.

—Ναι, εκεί να πάμε. Μ’ αρέσει ο νεαρός σερβιτόρος με τα γαλανά μάτια!

~ ΟΝ REMORSES AND REGRETS, collection on progress//ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΕΣ και ΤΥΨΕΙΣ, συλλογή εν εξελίξει.