CHTHONIAN BODIES

inukshuks A

ANTIPHONAL

Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy

ΑΝΤΙΦΩΝΟΣ
Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015

KATERINA AGGELAKI-ROUK/ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ —ΡΟΥΚ

aggelakirouk-thumb-large

LIFE’S LACK OF APPETITE
I’m not hungry, I don’t hurt I don’t stink
perhaps deep inside I suffer and I don’t know it
I pretend I laugh
I don’t seek the impossible
nor the possible, bodies
forbidden to me don’t please my eyes.
Sometimes I gaze the sky
with a yearning glance
when the sun lessens its gleam and
the blue lover surrenders
to the beauty of the night.
My only involvement
with the going around of the world
is my steady breath.
But I also feel another
strange involvement:
the agony I suddenly feel
for the human pain.
It spreads on earth
like a drenched in blood
liturgical tablecloth
that shrouds myths and gods
it renews itself endlessly
and becomes one with life.
Yes, I want to cry now
but even the fountain of my tears
has turned dry.

Η Ανορεξία της Ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβύνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν λειτουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνεια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.

~ Katerina Aggelaki—Rouk, translated by Manolis Aligizakis