Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΕΝΟΧΗ

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

 

GUILTY

I’m guilty, I confess.
The last poem I wrote for you.
Mitigating circumstances: the rain
the endless cigarettes, alcohol
perhaps even your body
as memory of what never happened.
In reality I wrote about some other things
for that story in the Garden,
that you never took the courage
you never learned
you never asked.
And last night, I confess
I wrote a verse for you
sorrowful and naked
in this smudgy always half finished
poem of my life.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

Advertisements

Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

10615435_10201885734385550_2564269767096823066_n

EAGLE

There may be a way to bend
the insistence of chained Nostos
to rush with light and decipher
the slant passages and
unguarded borders of the by-chance clouds
to log with light
the slopes and counties on rocky mountains
of the dear stalker and the wild animals.

No less number of fir-trees;
with new paeans and drums of war the echoes
won’t refuse to come and help
the silence function
until drop by drop they’ll
turn the height into immortal as
at the Monastery of Dochiarios
the difficult will become easy
while the sweat moral of colours
will avenge the malice of the rocks.

An angry horse
threshes the horizon
like the punisher Achilles with the wound
with golden spears and
shiny nails
the fire of lightning is sharpened
ΑΕΤΟΣ

Θά γενεῖ τρόπος νά λυγίσει
ἡ ἐπιμονή τοῦ ἀλυσοδεμένου Νόστου.
Μέ τό φῶς βιάζοντας τά λοξά περάσματα
ἀπο-κρυπτο-γραφη-μένα
καί τά ἀφύλαγα σύνορα κάποτε τῶν νεφῶν.
Καί μέ τό φῶς ὑλοτομώντας
διάσελα καί ντερβένια στά πετρωτά βουνά
Της θηροφόνης καί τῆς Ἐλαφηβόλου.
Δέν θά ἐλαττωθοῦν τά ἔλατα.
Καί μήτε πού θ’ ἀρνηθοῦν οἱ ἦχοι νά στέρξουν
τήν σιωπή νά λειτουργήσουν
μέ νιάκαρες πολεμικές καί ταμπούρλα.
Ἕως ὅπου σταλάζοντας στάλα τή στάλα
στή Μονή τοῦ Δοχειάριου
ἀθανατίσουν τά ὕψη.
Και τό Δύσκολο βολετό θα γενεῖ
καθώς τό μειλίχιον ἦθος τῶν χρωμάτων
θά νικήσει τήν μοχθηρία τῶν λιθαριῶν.
Ἕνα θυμωμένο φαρί
ἁλωνίζει τούς ὁρίζοντες
καθώς ὁ τιμωρός μέ τήν πληγή Ἀχιλλέας.
Μέ χρυσά τά πέταλα
καί μαλαματένια καρφιά
πού τά τροχίζει τῆς ἀστραπῆς τό ἀκόνι.

HOURS OF THE STARS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, Vancouver, BC
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

35774-tl

OLD SONG

The garden railings are wet from the rain like the poor who
are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
universe —
when we were children we would hide under the stairs and when
we would come out we had left behind a royal fate
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
narrated our past to it
joyless days that you’ve passed yet you’ve left behind an emotional
memory
and I who was crazy for the future now in agony I observe the movement
of the clock’s fingers.

Until one night a man goes along the road singing.
Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed off shivers in that song. You
stand by the window
and listen as if enchanted. And suddenly at the turn of the road
the song stops. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

~Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

NIKOS ENGONOPOULOS–ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Nikos_Engonopoulos

TROLLEY-BUSES AND ACROPOLIS

In the monotonous rain
the mud
the gray atmosphere
trolley buses go by
and in the deserted agora
—dead because of the rain—
they follow their route
to
the terminals

my mind
filled with emotion
follows them until
they reach there
where the fields begin
that the rain drenches
at the terminals

how sad it would be — my god —
how sad
if it wasn’t for the consolation of the marbles
that filled my heart with hope
and the anticipation
for a bright sunray
to give new life
to the exquisite ruins

just like
a red flower
amid the green leaves

ΤΡΑΜ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ
Μες’ στη μονότονη βροχή
τις λάσπες
την τεφρήν ατμόσφαιρα
τα τραμ περνούνε
και μεσ’ από την έρημη αγορά
—που νέκρωσε η βροχή—
πηγαίνουν προς
τα
τέρματα

η σκέψη μου
γιομάτη συγκίνηση
τ’ ακολουθεί στοργικά
να φθάσουν
εκεί π’ αρχίζουν τα χωράφια
που πνίγει η βροχή
στα τέρματα

τί θλίψη θα ήταν — θεέ μου —
τί θλίψη
αν δε με παρηγορούσε την καρδιά
η ελπίδα των μαρμάρων
κι’ η προσδοκία μιας λαμπρής αχτίδας
που θα δώσει νέα ζωή
στα υπέροχα ερείπια

απαράλλαχτα όπως
ένα κόκκινο λουλούδι
μέσ’ σε πράσινα φύλλα

~ Νίκου Εγγονόπουλου//Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Επιφάνια, 1937– Epiphany, 1937

George Seferis_cover

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσια και τα μαλ-
λιά σου
χρυσά, τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-
βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους, βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές ο χιονι-
σμένος
κάμπος ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν κι οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ, ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπης.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

EPIPHANY, 1937

The flowering sea and the mountains in the waning
moon
the great rock near the cactus pear trees and the asphodels
the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day
and the vacant bed near the cypresses and your
hair
golden, the stars of the Swan and that star, Alde-
baran.

I got hold of my life, I got hold of my life traveling
among yellow trees in the slanting rain
in silent slopes loaded with beech-tree leaves
no fire on their peaks; it’s getting dark.
I got hold of my life; a line on your left hand
on your knee a scar, perhaps they still exist
in the sand of last summer, perhaps
they are still there where the north wind blew as I hear
the unfamiliar voice around the frozen lake.
The faces I see don’t ask questions nor does the woman
stooping as she walks breastfeeding her baby.
I climb the mountains; bruised ravines; the snow
covered
plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing
nor does the time enslaved in silent chapels, nor
do the hands outstretched to beg, nor the
roads.
I got hold of my life whispering in the boundless
silence
I no longer know how to speak nor how to think; whispers
like the cypress’ breath that night
like the human voice of the night sea on
pebbles
like the memory of your voice saying ‘happiness’.
I close my eyes searching for the secret encounter
of waters
under the ice , the smile of the sea, the closed water
wells
groping with my veins those veins
that escape me
there where the water lilies end and this man
who saunters as though blind on the snow of silence.
I got hold of my life, with him, searching for the water
that touches you
heavy drops on the green leaves, on your face
in the vacant garden, drops on the motionless cistern
dropping on a dead swan’s snow-white
wings
living trees and your eyes fixated.

This road has no end, doesn’t change, no matter
how hard you try
to recall your childhood years, the ones who left
those
who got lost in their sleep, the pelagic graves
no matter how hard you ask the bodies you loved to stoop
under the hardened branches of the plane trees there
where the sun ray stood still naked
and a dog leaped and your heart shuddered
the road has no change; I got hold of my life.
The snow
and the frozen water in the horses’ hoof-marks.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

CLOE and ALEXANDRA/ΧΛΟΗ και ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Image

 

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

 

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.

Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

THE PENCIL

The strange way you hold
the pencil excites me.
I feel its pressure on the paper
your touch on the point.
Your fingers have substance
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Your ardor flows even when you write.

~Alexandra Bakonika

TEΛΕΙΑ ΜΕΡΑ 

                                    .

Δεν ήταν η παραλία

Θεσσαλονίκη ξημερώματα

τόσο τέλεια ξεπλυμένη

στις αποχρώσεις της βροχής,

ούτε η θάλασσα

βραχνή, ορμητική

άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,

δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια

με την παχύρρευστη μοναξιά

του άδειου τους κενού,

ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα

ότι έστω για μια φορά

φορά πρώτη, φορά θάνατος

ήρθες μέσα μου

πίσω από την ψυχή,

κάτω από τα στόματα του κορμιού,

ήρθες κι έμεινες.

PERFECT DAY

It wasn’t the seashore

of Salonica during the daybreak

so cleanly washed by

the hues of the rain

nor the sea

hoarse, violent,

wild lion with blue flames,

it wasn’t the benches in rows

with the fatty loneliness

of their emptiness,

it was that last night I dreamed

perhaps for once

for the first time, first time death

you entered my body

behind my soul

under the mouths of the body,

you entered me and stayed.

~Cloe Koutsoubelis