CHTHONIAN BODIES

inukshuks A

ANTIPHONAL

Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy

ΑΝΤΙΦΩΝΟΣ
Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015

THE WASTE LAND–T. S. ELIOT

waste land

There is no water, only light
~Yannis Ritsos

Here is no water but only rock
rock and no water and the sandy road
the road winding above among the mountains
which are mountains of rock without water
if there were water we should stop and drink
among the rock one cannot stop and think
sweat is dry and feet are in the sand
if there were only water amongst the rock
dead mountain mouth of carious teeth that cannot spit
here one can neither stand nor lie nor sit
there is not even silence in the mountains
but dry sterile thunder without rain
there is not even solitude in the mountains
but red sullen faces sneer and snarl
from doors of mud-cracked houses

if there were water

~ The Waste Land, by T.S. Eliot, translated by Manolis Aligizakis

δεν υπάρχει νερό μονάχα φως
~Γιάννης Ρίτσος
Εδώ δεν υπάρχει νερό παρά μόνο βράχια
βράχια κι όχι νερό κι ο αμμώδης δρόμος
ελικωτός δρόμος ψηλά προς τα βουνά
αν υπήρχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
ανάμεσα στα βράχια δεν μπορείς να σταθείς και να σκεφτείς
στεγνός ιδρώτας και τα πόδια στην άμμο
μόνο αν υπήρχε νερό ανάμεσα στα βράχια
νεκρό του βουνού το στόμα με κίτρινα δόντια που δεν φτύνουν
εδώ δεν μπορείς να σταθείς, να ξαπλώσεις ή να κάτσεις
δεν υπάρχει κάν σιωπή στα βουνά
παρά στείροι κεραυνοί δίχως βροχή
δεν έχει ούτε κάν μοναξιά στα βουνά
παρά μόνο βλοσυρά πρόσωπα χλευαστικά και γλυρίζοντα
απ’ τα πλίνθινα, ηλιοσκασμένα σπίτια

αν υπήρχε νερό

~ Από τη σειρά ποιημάτων Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ του Τ Σ Ελιοτ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Γιωργος Σεφέρης Ποιήματα

George Seferis_cover

ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ ΧΑΡΑΣ

Ήμασταν χαρούμενοι όλο εκείνο τό πρωί

θεέ μου πόσο χαρούμενοι.

Πρώτα γυάλιζαν οι πέτρες τά φύλλα καί τά λουλούδια

έπειτα ο ήλιος

ένας μεγάλος ήλιος όλο αγκάθια μά τόσο ψηλά στόν ουρανό.

Μιά νύμφη μάζευε τίς έννοιες μας καί τίς κρεμνούσε στά

      δέντρα

ένα δάσος από δέντρα τού Ιούδα.

Ερωτιδείς καί σάτυροι παίζαν καί τραγουδούσαν

κι έβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στίς μαύρες δάφνες

σάρκες μικρών παιδιών.

Ήμασταν χαρούμενοι όλο τό πρωί

η άβυσσο κλειστό πηγάδι

όπου χτυπούσε τό τρυφερό πόσι ενός ανήλικου φαύνου

θυμάσαι τό γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Έπειτα σύννεφα βροχή καί τό νοτισμένο χώμα

έπαψες νά γελάς σάν έγειρες μέσα στήν καλύβα

κι άνοιξες τά μεγάλα σου μάτια κοιτάζοντας

τον αρχάγγελο νά γυμνάζεται μέ μιά πύρινη ρομφαία.

“Ανεξήγητοι” είπες “ανεξήγητο

δέν καταλαβαίνω τούς ανθρώπους

όσο καί νά παίζουν μέ τά χρώματα

είναι όλοι τους μαύροι”.

                                                    Πεντέλη, άνοιξη

 

Joyous Break

 

We were all full of joy that morning

oh God, how full of joy.

First, the stones, the leaves and the flowers shone

then the sun

a huge sun full of thorns yet so high up in the sky.

A nymph gathered all our cares and hung them from

     the trees

a forest of Judas trees.

Young cupids and satyrs played and sang there

and you could see rosy limbs among the black laurels

flesh of little children.

We were full of joy all morning long

the abyss was a closed well

where the tender hoof of a young faun pounded

you remember its laughter: how full of joy we were!

Then clouds, rain and the moist soil

you stopped laughing as you laid down in the hut

and opened your large eyes gazing

the Archangel practicing with a fiery sword.

 

‘Inexplicable’ you said ‘inexplicable’

‘I don’t understand people

no matter how much they play with colors

they all remain black.’

 

                           Penteli,spring

Γιωργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis, Logbook I/Translation Manolis Aligizakis