Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΠΕΡΑΣΜΑ

 

Κοντοστεκόταν στις βιτρίνες των μικρομάγαζων. Δεν είχε

τίποτα ν’ αγοράσει, μόνο που έτσι ακουγόταν καλύτερα

πίσω απ’ την πλάτη του η θάλασσα. Τότε είδε

τους τρεις λιμενεργάτες με τα μαύρα κασκέτα

που κουβαλούσαν βλαστημώντας σ’ ένα γυάλινο φορείο

ένα τεράστιο δασύτριχο ψάρι με κατακίτρινα μάτια.

 

 

PASSAGE

 

He stopped short in front of window displays of small shops. He didn’t

want to buy anything, only this way the sea was

heard better behind his back. Then he saw

the three longshoremen with black caps

who cursed while carrying on a glass stretcher

a huge thick-haired fish with stark yellow eyes.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

Cloe and Alexandra, translated by Manolis Aligizakis

 Cloe and Alexandra_cover_aug265

Cloe Koutsoubelis’

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

«Κι αν τώρα πέθαινα», είπε αυτός

δεν θάνιωθα ποτέ πιο ζωντανός».

Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό

αρχές χειμώνα καλοκαίρι

ήλιος με ξανθές βεντάλιες βλεφαρίδες

τους δρόσιζε στον ουρανό,

μια γριούλα τους φίλεψε ρακή,

η δική της είχε μέσα ροδόνερο και μέλι

«για να γλυκαθείς» της είπε

και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια.

 

Γιατί το τέλος

είναι πάντοτε κρυμμένο

στην ίδια του την τελειότητα.

 

 

HOLY ROCK

He said, ‘if I die right now

I would have never felt more alive’

Their feet deep in the Lybian Sea

beginning winter-summer

sun with blond fans of eyelids

freshened them up in the sky,

an old woman offered them raki

hers had some honey and rosewater

‘to sweeten you up’ he said

and laughed a toothless laugh.

 

Because the end

is always hidden

in its own perfection.

 

 

CLOE and ALEXANDRA, poetry translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

Tasos Livaditis//translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΣΙΓΑΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Τελικά δεν έμεινε νύχτα που να μη γράψω πάνω στο χνοτι-

σμένο τζάμι δυο λόγια και για μας, τα γράμματα σβήνουν γρή-

γορα, ποιος μας θυμάται, πολλοί συντρόφοι πέθαναν, άλλοι χα-

θήκαν ακόμα πιο οριστικά, όσοι επιζήσαμε βαδίζουμε παράμερα,

με τα ρολόγια μας σταματημένα σ’ έναν άλλο χρόνο (γι’ αυτό και

γερνάμε τόσο επώδυνα) — και μόνο καμιά φορά καθώς στριφογυ-

ρίζουμε αμήχανα  το καπέλο μας ακούγεται μια σιγανή μουσική

από παλιά φθαρμένα κατορθώματα — είμαστε εξάλλου πολύ

υπερήφανοι για ν’ ακουγόμαστε πιο δυνατά. Ησυχία.

Οι άνθρωποι μας σπίλωσαν, μα θα μας διαφυλάξει ωραίους

η ανωνυμία της Ιστορίας.

 

 

 

LOW TONE MUSIC

 

Finally there wasn’t any night that I didn’t write something

about us on the steamed up window glass; the letters soon faded

who remembered of us? Many comrades died, others vanished for

good; we who survived walk as if not to be seen; our watches

stopped at another time (for this we grow old so painfully) — and

only sometimes when we aimlessly turn around our hats a low tone

music is heard about our old almost forgotten deeds — on the other

hand we are too proud to be loud. Quiet.

People have sullied us however we’ll be kept beautiful in

the anonymity of History.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

 

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

 

Εκεί που περπατούν ξυπόλητοι με φαρδιά πέλματα

εκεί που ψήνουν στα κάρβουνα κόκκινα ψάρια

εκεί που σταυρώνουν μεγάλα χταπόδια στον ήλιο—

δέντρα στις βάρκες, αγέρας στο τρίχωμα του στήθους

γυμνή λησμονιά κι ο πελαγίσιος μύθος της γέννησης,

Ιούλιος μήνας, Δευτέρα, φέγγοντας τ’ αυγά των γλάρων.

 

 

 

BREAKOUT

 

Where they walk barefoot and flat soled,

where they cook red fishes on charcoal,

where they crucify big octopi in the sunlight –

trees in boats, wind in the chest hair

naked forgetfulness and the sea’s myth of birth,

month of July, Monday, gleaming on the seagull eggs.

 

 

www.libsolibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

SUMMER SOLSTICE

74979_3629791323956_2077615219_n

 

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

 

ΙΓ’

 

Λίγο ακόμη και θα σταματήσει ο ήλιος.

Τα ξωτικά της αυγής

φύσηξαν στα στεγνά κοχύλια

το πουλί κελάηδησε τρεις φορές, τρεις φορές μόνο

η σαύρα πάνω στην άσπρη πέτρα

μένει ακίνητη

κοιτάζοντας το φρυγμένο χόρτο

εκεί που γλύστρισε η δενδρογαλιά.

Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι

ψηλά στο θόλο του γαλάζιου —

δες τον, θ’ ανοίξει.

 

Αναστάσιμη ωδίνη.

 

SUMMER SOLSTICE

 

13

 

A bit longer and the sun will stop.

The ghosts of dawn

blew among the dry conches;

to a bird chirped three times, three times only;

the lizard on the white rock

remains motionless

looking at the parched grass

there where a tree snake slid away.

Black wing incises a deep gash

high in the sky’s blue dome—

look at it, it’ll open.

 

Birth pain of resurrection.

 

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012. Finalist at the National Hellenic Literary Poetry Awards, category-translation, for the year 2012.

http://www.manolisaligizakis.com

http://www.libroslibertad.com

 

Yannis Ritsos-Poems

Ritsos_front large

ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

 

Πώς έμειναν έτσι χωρίς νόημα μες στο ήσυχο απόγευμα

οι ωραίες γραμμές των λόφων, οι φωνές απ’ τ’ αμπέλια,

τα δυο λεωφορεία στον απέναντι δρόμο, πίσω απ’ τα ηλιοτρόπια,

τα λιόδεντρα, μισά στο φως, μισά στον ίσκιο, το ρολόι της εκκλησίας,

κι αυτός που πριονίζει αόρατος—πιθανόν ένα δέντρο

ή το σκαμνί της κωφάλαλης γριάς ή το μεγάλο τραπέζι

του παλιού πυρπολημένου πανδοχείου. Και τ’ άλογο ακόμη

που φάνηκε μέσα στις κίτρινες καλαμποκιές — δεν ξέρω

τί ν’ απαντήσω, δεν ξέρω γιατί. Και το φως κοκκινίζει,

και το μενεξεδένιο αχνίζει λίγο λίγο τα βουνά και τα χαρτιά μου.

 

 

AVOIDING TO ANSWER

 

How the beautiful lines of hills, the voices from vineyards

remained so meaningless in the quiet afternoon,

the two buses on the opposite street, behind the heliotropes,

the olive trees, half in the sunlight, half in the shade, the church clock

and the one who saws quite unseen – a tree perhaps

or the stool of the deaf old woman or the big table

of the old burnt-up hostel. And even the horse

that appeared amid the yellow corn fields – I don’t know

what to answer; I don’t know why. And the light turns red,

and the violet slowly steams up the mountains and my papers.

 

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

 

 

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Φεύγω.
Για πού δεν θα σου πω.
Έτσι θα καμωθώ
πως κάποιο μυστικό έχω από σένα.

Θα κρυφοκοιτάξω τους βυθούς
θα συμφιλιωθώ με τη θάλασσα
εμπιστεύοντάς της την αντάρα μου,
θ’ανακατέψω τ’ άστρα με το ύψος μου
θα παραμερίσω με τις προσευχές μου
το ενιαίο του ουρανού,
μήπως και μέσα σ’ όλα αυτά
είναι κρυμμένη η αποστολή σου:
άν ήρθες για να ξανοίξεις τα χρώματα
και τους χειμώνες να καθαιρέσεις,
ή για να στρίψεις αρνητικά
τους διακόπτες του λογισμού μου
σκορπίζοντας τη φυγή σου.

Σαν θα τη βρώ και είν’ ηλιόλουστη,
θα τρέξω ολοπόρφυρη κι’ απέραντη
να την ξαναδιαβάσω στα μάτια σου.
Άν πάλι μέσα στην κακοκαιρία κρύβεται
θα προσποιηθώ πως δεν τη διάβασα.
Κι άν μάταια πάλι έψαξα,
θα πιέσω με την καρτερία μου το στήθος σου
ώσπου μονάχος σου να την προδώσεις.

QUEST

I’m leaving.
To where I won’t tell you
to pretend
I keep a secret from you.

I’ll furtively look into the sea floor
to befriend the sea
entrusting it with my tempest
I’ll stir the stars with my height
I’ll set aside the unity of the sky
with my prayers
that in all these I’ll perhaps
discover your hidden purpose:
that you perhaps have come to display the colors
and to annul the winters
or to switch off
the dial of my mind
dissolving your departure.

If I meet your purpose and find it sunlit
immense and in crimson color I’ll run to it
that I rediscover it in your eyes.
If by chance is hidden in the storm
I shall pretend I didn’t read it.
If by chance in vain I searched
patiently I shall press your chest
till you alone will betray it.
~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΠΑΙΔΙΚΟ

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει
τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά
ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—
ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές
υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα
δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—
κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος
να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.
CHILDISH

In the little harbor the sea copies
leaves, clouds, birds
beautifully, carefully and calligraphically –
from time to time the wind hastily underlines the sea’s
mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea
makes no mistakes – my embittered serenity –
and speechless he always yearns for love
to underline my heart – the only mistake.
ΤΡΙΣΤΙΧΟ

Ο ουρανός σου αναθέτει όλο του το γαλάζιο.
Πώς θ’ αντέξουν οι ώμοι σου όλη μέρα;
Πώς θ’ αντέξουν τα πλευρά του τραγουδιού σου;
THREE LINES
The sky entrusts you with all its light-blue.
How will your shoulders endure it all day?
How will the ribs of your song endure it?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω
και τί να πρωτοθυμηθώ.

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
το περιβόλι με τ’ αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ.

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλην άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδερφή τ’ Αυγερινού.

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.
THE LITTLE CYCLADES

MARINA

Give me mint and basil
and verbena to smell
as with these I would kiss you
and what first would I recall

The fountain with the doves
the Archangels’ sword
the orchard with the stars
and the well so deep

The nights that I took you to a stroll
to the sky’s other side
and I’d stare at you rising
like the Morning Star’s sister

Marina my green star
Marina light of the Morning Star
Marina my wild dove
and summertime lily.

~Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis

 

 

Nostos and Algos//Νόστος και Άλγος

nostos and algos cover

OLD COUPLE

Long and narrow rusted table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth as though
thrown in debts of river for a long time
cloth faded like her eyes gazing the sea’s
agony that reaches the foreign land
where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought pounding
her memory that light may be reborn

and he brings two plates
trembling hands pour wine in two glasses
small plate with olives, piece of feta

and the sigh expertly camouflaged by a smile
the lone cicada that insists to disturb
monologue of their loneliness

finally he sits next to her when
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than everybody
roars with laughter when the old man says
to her…you forgot to make the salad

“In memory of my parents
in their late years of life in the village”
ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο σαν
να το πέταξαν στο βάθος ποταμού
ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της
να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει.

Ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
και σκληρός σαν αμαρτία,
αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα,
το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν
στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει
της μοναξιάς τους το μονόλογο
όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της.

Πάνωθέ τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του
αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος
κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια
που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

‘Aφιερωμένο στους γονείς μου
που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’

http://www.ekstasiseditions.com